Ἄδραστος
821 εἴθε με Καδμείων ἔναρον στίχες ἐν κονίαισιν .
Χορός
822 ἐμὸν δὲ μήποτ’ ἐζύγη
823 δέμας ἐς ἀνδρὸς εὐνάν . [ ... ]
Ἄδραστος
824 ἴδετε κακῶν πέλαγος ,
825 ματέρες τάλαιναι τέκνων .
Χορός
826 κατὰ μὲν ὄνυξιν ἠλοκίσμεθ’ , ἀμφὶ δὲ
827 σποδὸν κάρᾳ κεχύμεθα .
Ἄδραστος
828 ἰὼ ἰώ μοί μοι ·
829 κατά με πέδον γᾶς ἕλοι ,
830 διὰ δὲ θύελλα σπάσαι ,
831 πυρός τε φλογμὸς Διὸς ἐν κάρᾳ πέσοι .
Χορός
833 πικροὺς ἐσεῖδες γάμους ,
834 πικρὰν δὲ Φοίβου φάτιν ·
835 ἔρημά σ’ πολύστονος Οἰδιπόδα
836 δώματα λιποῦσ’ ἦλθ’ Ἐρινύς . [ ... ] [ ... ]
Θησεύς
837 μέλλων σ’ ἐρωτᾶν , ἡνίκ’ ἐξήντλεις στρατῷ
838 γόους , ἀφήσω · τοὺς ἐκεῖ μὲν ἐκλιπὼν
840 εἴασα μύθους , νῦν δ’ Ἄδραστον εἰσορῶ ·
841 πόθεν ποθ’ οἵδε διαπρεπεῖς εὐψυχίᾳ
842 θνητῶν ἔφυσαν ; εἰπέ γ’ ὡς σοφώτερος
843 νέοισιν ἀστῶν τῶνδ’ · ἐπιστήμων γὰρ εἶ .
844 εἶδον γὰρ αὐτῶν κρείσσον’ λέξαι λόγῳ
845 τολμήμαθ’ , οἷς ἤλπιζον αἱρήσειν πόλιν .
846 ἓν δ’ οὐκ ἐρήσομαί σε , μὴ γέλωτ’ ὄφλω ,
847 ὅτῳ ξυνέστη τῶνδ’ ἕκαστος ἐν μάχῃ
848 τραῦμα λόγχης πολεμίων ἐδέξατο .
849 κενοὶ γὰρ οὗτοι τῶν τ’ ἀκουόντων λόγοι
850 καὶ τοῦ λέγοντος , ὅστις ἐν μάχῃ βεβὼς
851 λόγχης ἰούσης πρόσθεν ὀμμάτων πυκνῆς
852 σαφῶς ἀπήγγειλ’ ὅστις ἐστὶν ἁγαθός .
853 οὐκ ἂν δυναίμην οὔτ’ ἐρωτῆσαι τάδε
854 οὔτ’ αὖ πιθέσθαι τοῖσι τολμῶσιν λέγειν ·
855 μόλις γὰρ ἄν τις αὐτὰ τἀναγκαῖ’ ὁρᾶν
856 δύναιτ’ ἂν ἑστὼς πολεμίοις ἐναντίος .
Ἄδραστος
857 ἄκουε δή νυν · καὶ γὰρ οὐκ ἄκοντί μοι
858 δίδως ἔπαινον ὧν ἔγωγε βούλομαι
859 φίλων ἀληθῆ καὶ δίκαι’ εἰπεῖν πέρι .
860 ὁρᾷς τὸν ἁβρόν , οὗ βέλος διέπτατο ;
861 Καπανεὺς ὅδ’ ἐστίν · βίος μὲν ἦν πολύς ,
862 ἥκιστα δ’ ὄλβῳ γαῦρος ἦν · φρόνημα δὲ
863 οὐδέν τι μεῖζον εἶχεν πένης ἀνήρ ,
864 φεύγων τραπέζαις ὅστις ἐξογκοῖτ’ ἄγαν
865 τἀρκοῦντ’ ἀτίζων · οὐ γὰρ ἐν γαστρὸς βορᾷ
866 τὸ χρηστὸν εἶναι , μέτρια δ’ ἐξαρκεῖν ἔφη .
867 φίλοις τ’ ἀληθὴς ἦν φίλος , παροῦσί τε
868 καὶ μὴ παροῦσιν · ὧν ἀριθμὸς οὐ πολύς .
869 ἀψευδὲς ἦθος , εὐπροσήγορον στόμα ,
870 ἄκραντον οὐδὲν οὔτ’ ἐς οἰκέτας ἔχων
871 οὔτ’ ἐς πολίτας . τὸν δὲ δεύτερον λέγω
872 Ἐτέοκλον , ἄλλην χρηστότητ’ ἠσκηκότα ·
873 νεανίας ἦν τῷ βίῳ μὲν ἐνδεής ,
874 πλείστας δὲ τιμὰς ἔσχ’ ἐν Ἀργείᾳ χθονί .
875 φίλων δὲ χρυσὸν πολλάκις δωρουμένων
876 οὐκ εἰσεδέξατ’ οἶκον ὥστε τοὺς τρόπους
877 δούλους παρασχεῖν χρημάτων ζευχθεὶς ὕπο .
878 τοὺς δ’ ἐξαμαρτάνοντας , οὐχὶ τὴν πόλιν
879 ἤχθαιρ’ · ἐπεί τοι κοὐδὲν αἰτία πόλις
880 κακῶς κλύουσα διὰ κυβερνήτην κακόν .
881 δ’ αὖ τρίτος τῶνδ’ Ἱππομέδων τοιόσδ’ ἔφυ ·
882 παῖς ὢν ἐτόλμησ’ εὐθὺς οὐ πρὸς ἡδονὰς
883 Μουσῶν τραπέσθαι πρὸς τὸ μαλθακὸν βίου ,
884 ἀγροὺς δὲ ναίων , σκληρὰ τῇ φύσει διδοὺς
885 ἔχαιρε πρὸς τἀνδρεῖον , ἔς τ’ ἄγρας ἰὼν
886 ἵπποις τε χαίρων τόξα τ’ ἐντείνων χεροῖν ,
887 πόλει παρασχεῖν σῶμα χρήσιμον θέλων .
888 τῆς κυναγοῦ δ’ ἄλλος Ἀταλάντης γόνος
889 [ παῖς ] Παρθενοπαῖος , εἶδος ἐξοχώτατος ,
890 Ἀρκὰς μὲν ἦν , ἐλθὼν δ’ ἐπ’ Ἰνάχου ῥοὰς
891 παιδεύεται κατ’ Ἄργος . ἐκτραφεὶς δ’ ἐκεῖ
892 πρῶτον μέν , ὡς χρὴ τοὺς μετοικοῦντας ξένους ,
893 λυπηρὸς οὐκ ἦν οὐδ’ ἐπίφθονος πόλει
894 οὐδ’ ἐξεριστὴς τῶν λόγων , ὅθεν βαρὺς
895 μάλιστ’ ἂν εἴη δημότης τε καὶ ξένος .
896 λόχοις δ’ ἐνεστὼς ὥσπερ Ἀργεῖος γεγὼς
897 ἤμυνε χώρᾳ , χὡπότ’ εὖ πράσσοι πόλις ,
898 ἔχαιρε , λυπρῶς δ’ ἔφερεν , εἴ τι δυστυχοῖ .
899 πολλοὺς δ’ ἐραστὰς κἀπὸ θηλειῶν ὅσας
900 ἔχων ἐφρούρει μηδὲν ἐξαμαρτάνειν .
901 Τυδέως δ’ ἔπαινον ἐν βραχεῖ θήσω μέγαν ·
902 [ οὐκ ἐν λόγοις ἦν λαμπρός , ἀλλ’ ἐν ἀσπίδι ]
903 [ δεινὸς σοφιστής , πολλά τ’ ἐξευρεῖν σοφά . ]
904 [ γνώμῃ δ’ ἀδελφοῦ Μελεάγρου λελειμμένος , ]
905 [ ἴσον παρέσχεν ὄνομα διὰ τέχνης δορός , ]
906 [ εὑρὼν ἀκριβῆ μουσικὴν ἐν ἀσπίδι · ]
907 φιλότιμον ἦθος πλούσιον , φρόνημα δὲ
908 ἐν τοῖσιν ἔργοις , οὐχὶ τοῖς λόγοις , ἴσον .
909 ἐκ τῶνδε μὴ θαύμαζε τῶν εἰρημένων ,
910 Θησεῦ , πρὸ πύργων τούσδε τολμῆσαι θανεῖν .
911 τὸ γὰρ τραφῆναι μὴ κακῶς αἰδῶ φέρει ·
912 αἰσχύνεται δὲ τἀγάθ’ ἀσκήσας ἀνὴρ
913 κακὸς γενέσθαι πᾶς τις . δ’ εὐανδρία
914 διδακτός , εἴπερ καὶ βρέφος διδάσκεται
915 λέγειν ἀκούειν θ’ ὧν μάθησιν οὐκ ἔχει .
916 δ’ ἂν μάθῃ τις , ταῦτα σῴζεσθαι φιλεῖ
917 πρὸς γῆρας . οὕτω παῖδας εὖ παιδεύετε .
Χορός
918 ἰὼ τέκνον , δυστυχῆ σ’
919 ἔτρεφον , ἔφερον ὑφ’ ἥπατος
920 πόνους ἐνεγκοῦσ’ ἐν ὠδῖσι · καὶ
921 νῦν Ἅιδας τὸν ἐμὸν
922 ἔχει μόχθον ἀθλίας ,
923 ἐγὼ δὲ γηροβοσκὸν οὐκ ἔχω , τεκοῦσ’
924 τάλαινα παῖδα . [ ... ]
Θησεύς
925 καὶ μὴν τὸν Οἰκλέους γε γενναῖον τόκον
926 θεοὶ ζῶντ’ ἀναρπάσαντες ἐς μυχοὺς χθονὸς
927 αὐτοῖς τεθρίπποις εὐλογοῦσιν ἐμφανῶς ·
928 τὸν Οἰδίπου τε παῖδα , Πολυνείκην λέγω ,
929 ἡμεῖς ἐπαινέσαντες οὐ ψευδοίμεθ’ ἄν .
930 ξένος γὰρ ἦν μοι πρὶν λιπὼν Κάδμου πόλιν
931 φυγῇ πρὸς Ἄργος διαβαλεῖν αὐθαίρετος .
932 ἀλλ’ οἶσθ’ δρᾶσαι βούλομαι τούτων πέρι ;
Ἄδραστος
933 οὐκ οἶδα πλὴν ἕν , σοῖσι πείθεσθαι λόγοις .
Θησεύς
934 τὸν μὲν Διὸς πληγέντα Καπανέα πυρὶ [ ... ]
Ἄδραστος
935 χωρὶς ἱερὸν ὡς νεκρὸν θάψαι θέλεις ;
Θησεύς
936 ναί · τοὺς δέ γ’ ἄλλους πάντας ἐν μιᾷ πυρᾷ .
Ἄδραστος
937 ποῦ δῆτα θήσεις μνῆμα τῷδε χωρίσας ;
Θησεύς
938 αὐτοῦ παρ’ οἴκους τούσδε συμπήξας τάφον .
Ἄδραστος
939 οὗτος μὲν ἤδη δμωσὶν ἂν μέλοι πόνος .
Θησεύς
940 ἡμῖν δέ γ’ οἵδε · στειχέτω δ’ ἄχθη νεκρῶν .
Ἄδραστος
941 ἴτ’ , τάλαιναι μητέρες , τέκνων πέλας .
Θησεύς
942 ἥκιστ’ , Ἄδραστε , τοῦτο πρόσφορον λέγεις .
Ἄδραστος
943 πῶς ; τὰς τεκούσας οὐ χρεὼν ψαῦσαι τέκνων ;
Θησεύς
944 ὄλοιντ’ ἰδοῦσαι τούσδ’ ἂν ἠλλοιωμένους .
Ἄδραστος
945 πικρὰ γὰρ ὄψις αἷμα κὠτειλαὶ νεκρῶν .
Θησεύς
946 τί δῆτα λύπην ταῖσδε προσθεῖναι θέλεις ;
Ἄδραστος
947 νικᾷς . μένειν χρὴ τλημόνως · λέγει γὰρ εὖ
948 Θησεύς · ὅταν δὲ τούσδε προσθῶμεν πυρί ,
949 ὀστᾶ προσάξεσθε . ταλαίπωροι βροτῶν ,
950 τί κτᾶσθε λόγχας καὶ κατ’ ἀλλήλων φόνους
951 τίθεσθε ; παύσασθ’ , ἀλλὰ λήξαντες πόνων
952 ἄστη φυλάσσεθ’ ἥσυχοι μεθ’ ἡσύχων .
953 σμικρὸν τὸ χρῆμα τοῦ βίου · τοῦτον δὲ χρὴ
954 ὡς ῥᾷστα καὶ μὴ σὺν πόνοις διεκπερᾶν . [ ... ] [ ... ]
Χορός
955 οὐκέτ’ εὔτεκνος , οὐκέτ’ εὔπαις ,
956 οὐδ’ εὐτυχίας μέτεστίν
957 μοι κουροτόκοις ἐν Ἀργείαις ·
958 οὐδ’ Ἄρτεμις λοχία
959 προσφθέγξαιτ’ ἂν τὰς ἀτέκνους .
960 δυσαίων δ’ βίος ,
961 πλαγκτὰ δ’ ὡσεί τις νεφέλα
962 πνευμάτων ὑπὸ δυσχίμων ἀίσσω . [ ... ]
963 ἑπτὰ ματέρες ἑπτὰ κούρους
964 ἐγεινάμεθ’ αἱ ταλαίπωροι
965 κλεινοτάτους ἐν Ἀργείοις ·
966 καὶ νῦν ἄπαις ἄτεκνος
967 γηράσκω δυστανοτάτως ,
968 οὔτ’ ἐν φθιμένοις
969 οὔτ’ ἐν ζωοῖσιν { ἀριθμουμένη } ,
970 χωρὶς δή τινα τῶνδ’ ἔχουσα μοῖραν . [ ... ]
971 ὑπολελειμμένα μοι δάκρυα ·
972 μέλεα παιδὸς ἐν οἴκοις
973 κεῖται μνήματα , πένθιμοι