Χορός
1148 αἰαῖ γόων · ἅλις τύχας ,
1149 ἅλις δ’ ἀλγέων ἐμοὶ πάρεστι .
Παῖδες
1150 ἔτ’ Ἀσωποῦ με δέξεται γάνος
1151 χαλκέοις ἐν ὅπλοις Δαναϊδῶν στρατηλάταν ,
1152 τοῦ φθιμένου πατρὸς ἐκδικαστάν . [ ... ]
1153 ἔτ’ εἰσορᾶν σε , πάτερ , ἐπ’ ὀμμάτων δοκῶ [ ... ]
Χορός
1154 φίλον φίλημα παρὰ γένυν τιθέντα σόν .
Παῖδες
1155 λόγων δὲ παρακέλευσμα σῶν
1156 ἀέρι φερόμενον οἴχεται .
Χορός
1157 δυοῖν δ’ ἄχη , ματρί τ’ ἔλιπεν
1158 σέ τ’ οὔποτ’ ἄλγη πατρῷα λείψει . [ ... ]
Παῖδες
1159 ἔχω τοσόνδε βάρος ὅσον μ’ ἀπώλεσεν .
Χορός
1160 φέρ’ , ἀμφὶ μαστὸν ὑποβάλω { φίλαν } σποδόν .
Παῖδες
1161 ἔκλαυσα τόδε κλύων ἔπος
1162 στυγνότατον · ἔθιγέ μου φρενῶν .
Χορός
1163 τέκνον , ἔβας · οὐκέτι φίλον
1164 φίλας ἄγαλμ’ ὄψομαί σε ματρός . [ ... ] [ ... ]
Θησεύς
1165 Ἄδραστε καὶ γυναῖκες Ἀργεῖαι γένος ,
1166 ὁρᾶτε παῖδας τούσδ’ ἔχοντας ἐν χεροῖν
1167 πατέρων ἀρίστων σώμαθ’ ὧν ἀνειλόμην ·
1168 τούτοις ἐγώ σφε καὶ πόλις δωρούμεθα .
1169 ὑμᾶς δὲ τῶνδε χρὴ χάριν μεμνημένους
1170 σῴζειν , ὁρῶντας ὧν ἐκύρσατ’ ἐξ ἐμοῦ ,
1171 παισίν θ’ ὑπειπεῖν τούσδε τοὺς αὐτοὺς λόγους ,
1172 τιμᾶν πόλιν τήνδ’ , ἐκ τέκνων ἀεὶ τέκνοις
1173 μνήμην παραγγέλλοντας ὧν ἐκύρσατε .
1174 Ζεὺς δὲ ξυνίστωρ οἵ τ’ ἐν οὐρανῷ θεοὶ
1175 οἵων ὑφ’ ἡμῶν στείχετ’ ἠξιωμένοι .
Ἄδραστος
1176 Θησεῦ , ξύνισμεν πάνθ’ ὅσ’ Ἀργείαν χθόνα
1177 δέδρακας ἐσθλὰ δεομένην εὐεργετῶν ,
1178 χάριν τ’ ἀγήρων ἕξομεν · γενναῖα γὰρ
1179 παθόντες ὑμᾶς ἀντιδρᾶν ὀφείλομεν .
Θησεύς
1180 τί δῆτ’ ἔθ’ ὑμῖν ἄλλ’ ὑπουργῆσαί με χρή ;
Ἄδραστος
1181 χαῖρ’ · ἄξιος γὰρ καὶ σὺ καὶ πόλις σέθεν .
Θησεύς
1182 ἔσται τάδ’ · ἀλλὰ καὶ σὺ τῶν αὐτῶν τύχοις .
Ἀθήνα
1183 ἄκουε , Θησεῦ , τούσδ’ Ἀθηναίας λόγους ,
1184 χρή σε δρᾶσαι , δρῶντα δ’ ὠφελεῖν τάδε .
1185 μὴ δῷς τάδ’ ὀστᾶ τοῖσδ’ ἐς Ἀργείαν χθόνα
1186 παισὶν κομίζειν ῥᾳδίως οὕτω μεθείς ,
1187 ἀλλ’ ἀντὶ τῶν σῶν καὶ πόλεως μοχθημάτων
1188 πρῶτον λάβ’ ὅρκον . τόνδε δ’ ὀμνύναι χρεὼν
1189 Ἄδραστον · οὗτος κύριος , τύραννος ὤν ,
1190 πάσης ὑπὲρ γῆς Δαναϊδῶν ὁρκωμοτεῖν .
1191 δ’ ὅρκος ἔσται , μήποτ’ Ἀργείους χθόνα
1192 ἐς τήνδ’ ἐποίσειν πολέμιον παντευχίαν ,
1193 ἄλλων τ’ ἰόντων ἐμποδὼν θήσειν δόρυ .
1194 ἢν δ’ ὅρκον ἐκλιπόντες ἔλθωσιν , πάλιν
1195 κακῶς ὀλέσθαι πρόστρεπ’ Ἀργείων χθόνα .
1196 ἐν δὲ τέμνειν σφάγια χρή σ’ , ἄκουέ μου .
1197 ἔστιν τρίπους σοι χαλκόπους ἔσω δόμων ,
1198 ὃν Ἰλίου ποτ’ ἐξαναστήσας βάθρα
1199 σπουδὴν ἐπ’ ἄλλην Ἡρακλῆς ὁρμώμενος
1200 στῆσαί σ’ ἐφεῖτο Πυθικὴν πρὸς ἐσχάραν .
1201 ἐν τῷδε λαιμοὺς τρεῖς τριῶν μήλων τεμὼν
1202 ἔγγραψον ὅρκους τρίποδος ἐν κοίλῳ κύτει ,
1203 κἄπειτα σῴζειν θεῷ δὸς Δελφῶν μέλει ,
1204 μνημεῖά θ’ ὅρκων μαρτύρημά θ’ Ἑλλάδι .
1205 δ’ ἂν διοίξῃς σφάγια καὶ τρώσῃς φόνον
1206 ὀξύστομον μάχαιραν ἐς γαίας μυχοὺς
1207 κρύψον παρ’ αὐτὰς ἑπτὰ πυρκαιὰς νεκρῶν ·
1208 φόβον γὰρ αὐτοῖς , ἤν ποτ’ ἔλθωσιν πόλιν ,
1209 δειχθεῖσα θήσει καὶ κακὸν νόστον πάλιν .
1210 δράσας δὲ ταῦτα πέμπε γῆς ἔξω νεκρούς .
1211 τεμένη δ’ , ἵν’ αὐτῶν σώμαθ’ ἡγνίσθη πυρί ,
1212 μέθες παρ’ αὐτὴν τρίοδον Ἰσθμίας θεοῦ ·
1213 σοὶ μὲν τάδ’ εἶπον · παισὶ δ’ Ἀργείων λέγω ·
1214 πορθήσεθ’ ἡβήσαντες Ἰσμηνοῦ πόλιν ,
1215 πατέρων θανόντων ἐκδικάζοντες φόνον ,
1216 σύ τ’ ἀντὶ πατρός , Αἰγιαλεῦ , στρατηλάτης
1217 νέος καταστάς , παῖς τ’ ἀπ’ Αἰτωλῶν μολὼν
1218 Τυδέως , ὃν ὠνόμαζε Διομήδην πατήρ .
1219 ἀλλ’ οὐ φθάνειν χρὴ συσκιάζοντας γένυν
1220 καὶ χαλκοπληθῆ Δαναϊδῶν ὁρμᾶν στρατὸν
1221 ἑπτάστολον πύργωμα Καδμείων ἔπι ·
1222 πικροὶ γὰρ αὐτοῖς ἥξετ’ , ἐκτεθραμμένοι
1223 σκύμνοι λεόντων , πόλεος ἐκπορθήτορες .
1224 κοὐκ ἔστιν ἄλλως · Ἔκγονοι δ’ ἀν’ Ἑλλάδα
1225 κληθέντες ᾠδὰς ὑστέροισι θήσετε ·
1226 τοῖον στράτευμα σὺν θεῷ πορεύσετε .
Θησεύς
1227 δέσποιν’ Ἀθάνα , πείσομαι λόγοισι σοῖς ·
1228 σὺ γάρ μ’ ἀνορθοῖς , ὥστε μὴ ’ξαμαρτάνειν ·
1229 καὶ τόνδ’ ἐν ὅρκοις ζεύξομαι · μόνον σύ με
1230 ἐς ὀρθὸν ἵστη · σοῦ γὰρ εὐμενοῦς πόλει
1231 οὔσης τὸ λοιπὸν ἀσφαλῶς οἰκήσομεν .
Χορός
1232 στείχωμεν , Ἄδρασθ’ , ὅρκια δῶμεν
1233 τῷδ’ ἀνδρὶ πόλει τ’ · ἄξια δ’ ἡμῖν
1234 προμεμοχθήκασι σέβεσθαι .