Ὀρέστης
619 ἄζηλά γ’ , νεᾶνι , κοὐκ εὐδαίμονα .
Ἰφιγένεια
620 ἀλλ’ εἰς ἀνάγκην κείμεθ’ , ἣν φυλακτέον .
Ὀρέστης
621 αὐτὴ ξίφει θύουσα θῆλυς ἄρσενας ;
Ἰφιγένεια
622 οὔκ , ἀλλὰ χαίτην ἀμφὶ σὴν χερνίψομαι .
Ὀρέστης
623 δὲ σφαγεὺς τίς ; εἰ τάδ’ ἱστορεῖν με χρή .
Ἰφιγένεια
624 ἔσω δόμων τῶνδ’ εἰσὶν οἷς μέλει τάδε .
Ὀρέστης
625 τάφος δὲ ποῖος δέξεταί μ’ , ὅταν θάνω ;
Ἰφιγένεια
626 πῦρ ἱερὸν ἔνδον χάσμα τ’ εὐρωπὸν πέτρας .
Ὀρέστης
627 φεῦ ·
πῶς ἄν μ’ ἀδελφῆς χεὶρ περιστείλειεν ἄν ;