Ταλθύβιος
294 ἴτ’ , ἐκκομίζειν δεῦρο Κασάνδραν χρεὼν
295 ὅσον τάχιστα , δμῶες , ὡς στρατηλάτῃ
296 ἐς χεῖρα δούς νιν , εἶτα τὰς εἰληγμένας
297 καὶ τοῖσιν ἄλλοις αἰχμαλωτίδων ἄγω .
298 ἔα · τί πεύκης ἔνδον αἴθεται σέλας ;
299 πιμπρᾶσιν τί δρῶσι Τρῳάδες μυχούς ,
300 ὡς ἐξάγεσθαι τῆσδε μέλλουσαι χθονὸς
301 πρὸς Ἄργος , αὑτῶν τ’ ἐκπυροῦσι σώματα
302 θανεῖν θέλουσαι ; κάρτα τοι τοὐλεύθερον
303 ἐν τοῖς τοιούτοις δυσλόφως φέρει κακά .
304 ἄνοιγ’ ἄνοιγε , μὴ τὸ ταῖσδε πρόσφορον
305 ἐχθρὸν δ’ Ἀχαιοῖς εἰς ἔμ’ αἰτίαν βάλῃ .
Ἑκάβη
306 οὐκ ἔστιν , οὐ πιμπρᾶσιν , ἀλλὰ παῖς ἐμὴ
307 μαινὰς θοάζει δεῦρο Κασάνδρα δρόμῳ . [ ... ]