Ἑκάβη
466 ἐᾶτέ μ’ οὔτοι φίλα τὰ μὴ φίλ’ , κόραι
467 κεῖσθαι πεσοῦσαν · πτωμάτων γὰρ ἄξια
468 πάσχω τε καὶ πέπονθα κἄτι πείσομαι .
469 θεοί [ ... ] κακοὺς μὲν ἀνακαλῶ τοὺς συμμάχους ,
470 ὅμως δ’ ἔχει τι σχῆμα κικλήσκειν θεούς ,
471 ὅταν τις ἡμῶν δυστυχῆ λάβῃ τύχην .
472 πρῶτον μὲν οὖν μοι τἀγάθ’ ἐξᾷσαι φίλον ·
473 τοῖς γὰρ κακοῖσι πλείον’ οἶκτον ἐμβαλῶ .
474 ἦμεν τύραννοι κἀς τύρανν’ ἐγημάμην ,
475 κἀνταῦθ’ ἀριστεύοντ’ ἐγεινάμην τέκνα ,
476 οὐκ ἀριθμὸν ἄλλως , ἀλλ’ ὑπερτάτους Φρυγῶν ·
477 οὓς Τρῳὰς οὐδ’ Ἑλληνὶς οὐδὲ βάρβαρος
478 γυνὴ τεκοῦσα κομπάσειεν ἄν ποτε .
479 κἀκεῖνά τ’ εἶδον δορὶ πεσόνθ’ Ἑλληνικῷ
480 τρίχας τ’ ἐτμήθην τάσδε πρὸς τύμβοις νεκρῶν ,
481 καὶ τὸν φυτουργὸν Πρίαμον οὐκ ἄλλων πάρα
482 κλύουσ’ ἔκλαυσα , τοῖσδε δ’ εἶδον ὄμμασιν
483 αὐτὴ κατασφαγέντ’ ἐφ’ ἑρκείῳ πυρᾷ ,
484 πόλιν θ’ ἁλοῦσαν . ἃς δ’ ἔθρεψα παρθένους
485 ἐς ἀξίωμα νυμφίων ἐξαίρετον ,
486 ἄλλοισι θρέψασ’ ἐκ χερῶν ἀφῃρέθην .
487 κοὔτ’ ἐξ ἐκείνων ἐλπὶς ὡς ὀφθήσομαι ,
488 αὐτή τ’ ἐκείνας οὐκέτ’ ὄψομαί ποτε .
489 τὸ λοίσθιον δέ , θριγκὸς ἀθλίων κακῶν ,
490 δούλη γυνὴ γραῦς Ἑλλάδ’ εἰσαφίξομαι .
491 δ’ ἐστὶ γήρᾳ τῷδ’ ἀσυμφορώτατα ,
492 τούτοις με προσθήσουσιν , θυρῶν λάτριν
493 κλῇδας φυλάσσειν , τὴν τεκοῦσαν Ἕκτορα ,
494 σιτοποιεῖν , κἀν πέδῳ κοίτας ἔχειν
495 ῥυσοῖσι νώτοις , βασιλικῶν ἐκ δεμνίων ,
496 τρυχηρὰ περὶ τρυχηρὸν εἱμένην χρόα
497 πέπλων λακίσματ’ , ἀδόκιμ’ ὀλβίοις ἔχειν .
498 οἲ ’γὼ τάλαινα , διὰ γάμον μιᾶς ἕνα
499 γυναικὸς οἵων ἔτυχον ὧν τε τεύξομαι .
500 τέκνον , σύμβακχε Κασάνδρα θεοῖς ,
501 οἵαις ἔλυσας συμφοραῖς ἅγνευμα σόν .
502 σύ τ’ , τάλαινα , ποῦ ποτ’ εἶ , Πολυξένη ;
503 ὡς οὔτε μ’ ἄρσην οὔτε θήλεια σπορὰ
504 πολλῶν γενομένων τὴν τάλαιναν ὠφελεῖ .
505 τί δῆτά μ’ ὀρθοῦτ’ ; ἐλπίδων ποίων ὕπο ;
506 ἄγετε τὸν ἁβρὸν δήποτ’ ἐν Τροίᾳ πόδα ,
507 νῦν δ’ ὄντα δοῦλον , στιβάδα πρὸς χαμαιπετῆ
508 πέτρινά τε κρήδεμν’ , ὡς πεσοῦσ’ ἀποφθαρῶ
509 δακρύοις καταξανθεῖσα . τῶν δ’ εὐδαιμόνων
510 μηδένα νομίζετ’ εὐτυχεῖν , πρὶν ἂν θάνῃ . [ ... ] [ ... ]