Ἑλένη
914 ἴσως με , κἂν εὖ κἂν κακῶς δόξω λέγειν ,
915 οὐκ ἀνταμείψῃ πολεμίαν ἡγούμενος .
916 ἐγὼ δ’ , σ’ οἶμαι διὰ λόγων ἰόντ’ ἐμοῦ
917 κατηγορήσειν , ἀντιθεῖσ’ ἀμείψομαι
918 τοῖς σοῖσι τἀμὰ καὶ τὰ σ’ αἰτιάματα .
919 πρῶτον μὲν ἀρχὰς ἔτεκεν ἥδε τῶν κακῶν ,
920 Πάριν τεκοῦσα · δεύτερον δ’ ἀπώλεσε
921 Τροίαν τε κἄμ’ πρέσβυς οὐ κτανὼν βρέφος ,
922 δαλοῦ πικρὸν μίμημ’ , Ἀλέξανδρόν ποτε .
923 ἐνθένδε τἀπίλοιπ’ ἄκουσον ὡς ἔχει .
924 ἔκρινε τρισσὸν ζεῦγος ὅδε τριῶν θεῶν ·
925 καὶ Παλλάδος μὲν ἦν Ἀλεξάνδρῳ δόσις
926 Φρυξὶ στρατηγοῦνθ’ Ἑλλάδ’ ἐξανιστάναι ,
927 Ἥρα δ’ ὑπέσχετ’ Ἀσιάδ’ Εὐρώπης θ’ ὅρους
928 τυραννίδ’ ἕξειν , εἴ σφε κρίνειεν Πάρις ·
929 Κύπρις δὲ τοὐμὸν εἶδος ἐκπαγλουμένη
930 δώσειν ὑπέσχετ’ , εἰ θεὰς ὑπερδράμοι
931 κάλλει . τὸν ἔνθεν δ’ ὡς ἔχει σκέψαι λόγον ·
932 νικᾷ Κύπρις θεάς , καὶ τοσόνδ’ οὑμοὶ γάμοι
933 ὤνησαν Ἑλλάδ’ · οὐ κρατεῖσθ’ ἐκ βαρβάρων ,
934 οὔτ’ ἐς δόρυ σταθέντες , οὐ τυραννίδι .
935 δ’ εὐτύχησεν Ἑλλάς , ὠλόμην ἐγὼ
936 εὐμορφίᾳ πραθεῖσα , κὠνειδίζομαι
937 ἐξ ὧν ἐχρῆν με στέφανον ἐπὶ κάρᾳ λαβεῖν .
938 οὔπω με φήσεις αὐτὰ τἀν ποσὶν λέγειν ,
939 ὅπως ἀφώρμησ’ ἐκ δόμων τῶν σῶν λάθρα .
940 ἦλθ’ οὐχὶ μικρὰν θεὸν ἔχων αὑτοῦ μέτα
941 τῆσδ’ ἀλάστωρ , εἴτ’ Ἀλέξανδρον θέλεις
942 ὀνόματι προσφωνεῖν νιν εἴτε καὶ Πάριν ·
943 ὅν , κάκιστε , σοῖσιν ἐν δόμοις λιπὼν
944 Σπάρτης ἀπῆρας νηὶ Κρησίαν χθόνα .
945 εἶἑν .
οὐ σέ , ἀλλ’ ἐμαυτὴν τοὐπὶ τῷδ’ ἐρήσομαι ·
946 τί δὴ φρονοῦσά γ’ ἐκ δόμων ἅμ’ ἑσπόμην
947 ξένῳ , προδοῦσα πατρίδα καὶ δόμους ἐμούς ;
948 τὴν θεὸν κόλαζε καὶ Διὸς κρείσσων γενοῦ ,
949 ὃς τῶν μὲν ἄλλων δαιμόνων ἔχει κράτος ,
950 κείνης δὲ δοῦλός ἐστι · συγγνώμη δ’ ἐμοί .
951 ἔνθεν δ’ ἔχοις ἂν εἰς ἔμ’ εὐπρεπῆ λόγον ·
952 ἐπεὶ θανὼν γῆς ἦλθ’ Ἀλέξανδρος μυχούς ,
953 χρῆν μ’ , ἡνίκ’ οὐκ ἦν θεοπόνητά μου λέχη ,
954 λιποῦσαν οἴκους ναῦς ἐπ’ Ἀργείων μολεῖν .
955 ἔσπευδον αὐτὸ τοῦτο · μάρτυρες δέ μοι
956 πύργων πυλωροὶ κἀπὸ τειχέων σκοποί ,
957 οἳ πολλάκις μ’ ἐφηῦρον ἐξ ἐπάλξεων
958 πλεκταῖσιν ἐς γῆν σῶμα κλέπτουσαν τόδε .
959 [ βίᾳ δ’ καινός μ’ οὗτος ἁρπάσας πόσις ]
960 [ Δηίφοβος ἄλοχον εἶχεν ἀκόντων Φρυγῶν . ]
961 πῶς οὖν ἔτ’ ἂν θνῄσκοιμ’ ἂν ἐνδίκως , πόσι ,
[ ... ]
962 πρὸς σοῦ δικαίως , ἣν μὲν βίᾳ γαμεῖ ,
963 τὰ δ’ οἴκοθεν κεῖν’ ἀντὶ νικητηρίων
964 πικρῶς ἐδούλευσ’ ; εἰ δὲ τῶν θεῶν κρατεῖν
965 βούλῃ , τὸ χρῄζειν ἀμαθές ἐστί σου τόδε .