5.35 μήτε ἐν " τῇ γῇ , " ὅτι " ὑποπόδιόν ἐστιν τῶν ποδῶν αὐτοῦ · " μήτε εἰς Ἰεροσόλυμα , ὅτι " πόλις " ἐστὶν " τοῦ μεγάλου βασιλέως · "
5.36 μήτε ἐν τῇ κεφαλῇ σου ὀμόσῃς , ὅτι οὐ δύνασαι μίαν τρίχα λευκὴν ποιῆσαι μέλαιναν .
5.37 ἔστω δὲ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί , οὒ οὔ · τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστίν .
5.38 Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη " Ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος . "
5.39 Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ · ἀλλ’ ὅστις σε ῥαπίζει εἰς τὴν δεξιὰν σιαγόνα [ σου ] , στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην ·
5.40 καὶ τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου λαβεῖν , ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον ·
5.41 καὶ ὅστις σε ἀγγαρεύσει μίλιον ἕν , ὕπαγε μετ’ αὐτοῦ δύο .
5.42 τῷ αἰτοῦντί σε δός , καὶ τὸν θέλοντα ἀπὸ σοῦ δανίσασθαι μὴ ἀποστραφῇς .
5.43 Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη " Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου " καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου .
5.44 Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν , ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν διωκόντων ὑμᾶς ·
5.45 ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς , ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους .
5.46 ἐὰν γὰρ ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς , τίνα μισθὸν ἔχετε ; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι τὸ αὐτὸ ποιοῦσιν ;
5.47 καὶ ἐὰν ἀσπάσησθε τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν μόνον , τί περισσὸν ποιεῖτε ; οὐχὶ καὶ οἱ ἐθνικοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσιν ;