3.1.23 σὺ δὲ τίς εἶ ; καὶ τί σοὶ μέλει ; ἄνθρωπε , ἐν παντὶ γένει φύεταί τι ἐξαίρετον · ἐν βουσίν , ἐν κυσίν , ἐν μελίσσαις , ἐν ἵπποις . μὴ δὴ λέγε τῷ ἐξαιρέτῳ σὺ οὖν τί εἶ ; εἰ δὲ μή , ἐρεῖ σοι φωνήν ποθεν λαβὸν ἐγώ εἰμι τοιοῦτον οἷον ἐν ἱματίῳ πορφύρα · μή μʹ ἀξίου ὅμοιον εἶναι τοῖς ἄλλοις τῇ φύσει μου μέμφου , ὅτι με διαφέροντα παρὰ τοὺς ἄλλους ἐποίησεν .
3.1.24 τί οὖν ; ἐγὼ τοιοῦτος ; πόθεν ; σὺ γὰρ τοιοῦτος οἷος ἀκούειν τἀληθῆ ; ὤφελεν . ἀλλʹ ὅμως ἐπεί πως κατεκρίθην πώγωνα ἔχειν πολιὸν καὶ τρίβωνα καὶ σὺ εἰσέρχῃ πρὸς ἐμὲ ὡς πρὸς φιλόσοφον , οὐ χρήσομαί σοι ὠμῶς οὐδʹ ἀπογνωστικῶς , ἀλλʹ ἐρῶ · νεανίσκε , τίνα θέλεις καλὸν ποιεῖν ; γνῶθι πρῶτον τίς εἶ καὶ οὕτως κόσμει σεαυτόν .
3.1.25 ἄνθρωπος εἶ · τοῦτο δʹ ἐστὶ θνητὸν ζῷον χρηστικὸν φαντασίαις λογικῶς . τὸ δὲ λογικῶς τί ἐστιν ; φύσει ὁμολογουμένως καὶ τελέως . τί οὖν ἐξαίρετον ἔχεις ; τὸ ζῷον ; οὔ . τὸ θνητόν ; οὔ . τὸ χρηστικὸν φαντασίαις ;
3.1.26 οὔ . τὸ λογικὸν ἔχεις ἐξαίρετον · τοῦτο κόσμει καὶ καλλώπιζε · τὴν κόμην δʹ ἄφες τῷ πλάσαντι ὡς αὐτὸς ἠθέλησεν .
3.1.27 ἄγε , τίνας ἄλλας ἔχεις προσηγορίας ; ἀνὴρ εἶ γυνή ; ἀνήρ . ἄνδρα οὖν καλλώπιζε , μὴ γυναῖκα . ἐκείνη φύσει λεία γέγονε καὶ τρυφερά · κἂν ἔχῃ τρίχας πολλάς , τέρας ἐστὶ καὶ ἐν τοῖς τέρασιν ἐν Ῥώμῃ δείκνυται .