3.7.28 τὴν ἡδονὴν δʹ ὑπόταξαι τούτοις ὡς διάκονον , ὡς ὑπηρέτιν , ἵνα προθυμίας ἐκκαλέσηται , ἵνʹ ἐν τοῖς κατὰ φύσιν ἔργοις παρακρατῇ . ἀλλʹ ἐγὼ πλούσιός εἰμι καὶ οὐδενὸς χρεία μοί ἐστιν .
3.7.29 τί οὖν ἔτι προσποιῇ φιλοσοφεῖν ; ἀρκεῖ τὰ χρυσώματα καὶ τὰ ἀργυρώματα · τί σοι χρεία δογμάτων ;
3.7.30 ἀλλὰ καὶ κριτής εἰμι τῶν Ἑλλήνων . οἶδας κρίνειν ; τί σε ἐποίησεν εἰδέναι ; Καῖσάρ μοι κωδίκελλον ἔγραψεν . Γραψάτω σοι , ἵνα κρίνῃς περὶ τῶν μουσικῶν · καὶ τί σοι ὄφελος ;
3.7.31 ὅμως δὲ πῶς κριτὴς ἐγένου ; τὴν τίνος χεῖρα καταφιλήσας , τὴν Συμφόρου τὴν Νουμηνίου ; τίνος πρὸ τοῦ κοιτῶνος κοιμηθείς ; τίνι πέμψας δῶρα ; εἶτα οὐκ αἰσθάνῃ , ὅτι τοσούτου ἄξιόν ἐστι κριτὴν εἶναι ὅσου Νουμήνιος ; ἀλλὰ δύναμαι ὃν θέλω εἰς φυλακὴν βαλεῖν .
3.7.32 ὡς λίθον . ἀλλὰ δύναμαι ξυλοκοπῆσαι ὃν θέλω . ὡς ὄνον . οὐκ ἔστι τοῦτο ἀνθρώπων ἀρχή .
3.7.33 ὡς λογικῶν ἡμῶν ἄρξον δεικνὺς ἡμῖν τὰ συμφέροντα καὶ ἀκολουθήσομεν · δείκνυε τὰ ἀσύμφορα καὶ ἀποστραφησόμεθα .
3.7.34 ζηλωτὰς ἡμᾶς κατασκεύασον σεαυτοῦ ὡς Σωκράτης ἑαυτοῦ . ἐκεῖνος ἦν ὡς ἀνθρώπων ἄρχων , κατεσκευακὼς ὑποτεταχότας αὐτῷ τὴν ὄρεξιν τὴν αὑτῶν , τὴν ἔκκλισιν , τὴν ὁρμήν , τὴν ἀφορμήν .
3.7.35 τοῦτο ποίησον , τοῦτο μὴ ποιήσῃς · εἰ δὲ μή , εἰς φυλακήν σε βαλῶ . οὐκέτι ὡς λογικῶν ἀρχὴ γίνεται .