3.9.17 τίνος οὖν ἔχω χρείαν ; τοῦ σοὶ μὴ παρόντος · τοῦ εὐσταθεῖν , τοῦ κατὰ φύσιν ἔχειν τὴν διάνοιαν , τοῦ μὴ ταράττεσθαι .
3.9.18 πάτρων , οὐ πάτρων , τί μοι μέλει ; σοὶ μέλει . πλουσιώτερός σου εἰμί · οὐκ ἀγωνιῶ , τί φρονήσει περὶ ἐμοῦ Καῖσαρ · οὐδένα κολακεύω τούτου ἕνεκα . ταῦτα ἔχω ἀντὶ τῶν ἀργυρωμάτων , ἀντὶ τῶν χρυσωμάτων . σὺ χρυσᾶ σκεύη , ὀστράκινον τὸν λόγον , τὰ δόγματα , τὰς συγκαταθέσεις , τὰς ὁρμάς , τὰς ὀρέξεις .
3.9.19 ὅταν δὲ ταῦτα ἔχω κατὰ φύσιν , διὰ τί μὴ φιλοτεχνήσω καὶ περὶ τὸν λόγον ; εὐσχολῶ γάρ · οὐ περισπᾶταί μου διάνοια . τί ποιήσω μὴ περισπώμενος ; τούτου τί ἀνθρωπικώτερον ἔχω ;
3.9.20 ὑμεῖς ὅταν μηδὲν ἔχητε , ταράσσεσθε , εἰς θέατρον εἰσέρχεσθε ἀναλύετε · διὰ τί φιλόσοφος μὴ ἐξεργάσηται τὸν αὑτοῦ λόγον ;
3.9.21 σὺ κρυστάλλινα , ἐγὼ τὰ τοῦ Ψευδομένου · σὺ μούρρινα , ἐγὼ τὰ τοῦ Ἀποφάσκοντος . σοὶ πάντα μικρὰ φαίνεται ἔχεις , ἐμοὶ τὰ ἐμὰ πάντα μεγάλα . ἀπλήρωτός σου ἐστὶν ἐπιθυμία , ἐμὴ πεπλήρωται .
3.9.22 τοῖς παιδίοις εἰς στενόβρογχον κεράμιον καθιεῖσιν τὴν χεῖρα καὶ ἐκφέρουσιν ἰσχαδοκάρυα τοῦτο συμβαίνει · ἂν πληρώσῃ τὴν χεῖρα , ἐξενεγκεῖν οὐ δύναται , εἶτα κλάει . ἄφες ὀλίγα ἐξ αὐτῶν καὶ ἐξοίσεις . καὶ σὺ ἄφες τὴν ὄρεξιν · μὴ πολλῶν ἐπιθύμει καὶ οἴσεις .
3.10.head πῶς φέρειν δεῖ τὰς νόσους .