4.7.18 οὐχὶ τοῦ σώματός σου κύριός εἰμι ; τί οὖν πρὸς ἐμέ ; οὐχὶ τοῦ κτησιδίου ; τί οὖν πρὸς ἐμέ ; οὐχὶ φυγῆς δεσμῶν ; πάλιν τούτων πάντων καὶ τοῦ σωματίου ὅλου σοι αὐτοῦ ἐξίσταμαι , ὅταν θέλῃς . πείρασαί μοί σου τῆς ἀρχῆς καὶ γνώσῃ , μέχρι τίνος αὐτὴν ἔχεις .
4.7.19 τίνα οὖν ἔτι φοβηθῆναι δύναμαι ; τοὺς ἐπὶ τοῦ κοιτῶνος ; μὴ τί ποιήσωσιν ; ἀποκλείσωσί με ; ἄν με εὕρωσι θέλοντα εἰσελθεῖν , ἀποκλεισάτωσαν . τί οὖν ἔρχῃ ἐπὶ θύρας ; ὅτι καθήκειν ἐμαυτῷ δοκῶ μενούσης τῆς παιδιᾶς συμπαίζειν .
4.7.20 πῶς οὖν οὐκ ἀποκλείῃ ; ὅτι ἂν μή τίς με δέχηται , οὐ θέλω εἰσελθεῖν , ἀλλʹ ἀεὶ μᾶλλον ἐκεῖνο θέλω τὸ γινόμενον . κρεῖττον γὰρ ἡγοῦμαι θεὸς θέλει ἐγώ . προσκείσομαι διάκονος καὶ ἀκόλουθος ἐκείνῳ , συνορμῶ , συνορέγομαι , ἁπλῶς συνθέλω . ἀποκλεισμὸς ἐμοὶ οὐ γίνεται , ἀλλὰ τοῖς βιαζομένοις .
4.7.21 διὰ τί οὖν οὐ βιάζομαι ; οἶδα γάρ , ὅτι ἔσω ἀγαθὸν οὐδὲν διαδίδοται τοῖς εἰσελθοῦσιν . ἀλλʹ ὅταν ἀκούσω τινὰ μακαριζόμενον , ὅτι τιμᾶται ὑπὸ τοῦ Καίσαρος , λέγω τί αὐτῷ συμβαίνει ; μή τι οὖν καὶ δόγμα , οἷον δεῖ ἐπαρχίαν ; μή τι οὖν καὶ τὸ χρῆσθαι ἐπιτροπῇ ;
4.7.22 τί ἔτι διωθοῦμαι ; ἰσχαδοκάρυά τις διαρριπτεῖ · τὰ παιδία ἁρπάζει καὶ ἀλλήλοις διαμάχεται · οἱ ἄνδρες οὐχί , μικρὸν γὰρ αὐτὸ ἡγοῦνται . ἂν δʹ ὀστράκια διαρριπτῇ τις , οὐδὲ τὰ παιδία ἁρπάζει .