4.1 ὅταν ἅπτεσθαί τινος ἔργου μέλλῃς , ὑπομίμνῃσκε σεαυτόν , ὁποῖόν ἐστι τὸ ἔργον . ἐὰν λουσόμενος ἀπίῃς , πρόβαλλε σεαυτῷ τὰ γινόμενα ἐν βαλανείῳ , τοὺς ἀπορραίνοντας , τοὺς ἐγκρουομένους , τοὺς λοιδοροῦντας , τοὺς κλέπτοντας . καὶ οὕτως ἀσφαλέστερον ἅψῃ τοῦ ἔργου , ἐὰν ἐπιλέγῃς εὐθὺς ὅτι λούσασθαι θέλω καὶ τὴν ἐμαυτοῦ προαίρεσιν κατὰ φύσιν ἔχουσαν τηρῆσαι . καὶ ὡσαύτως ἐφʹ ἑκάστου ἔργου . οὕτω γὰρ ἄν τι πρὸς τὸ λούσασθαι γένηται ἐμποδών , πρόχειρον ἔσται διότι ἀλλʹ οὐ τοῦτο ἤθελον μόνον , ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμαυτοῦ προαίρεσιν κατὰ φύσιν ἔχουσαν τηρῆσαι · οὐ τηρήσω δέ , ἐὰν ἀγανακτῶ πρὸς τὰ γινόμενα .