12.1 εἰ προκόψαι θέλεις , ἄφες τοὺς τοιούτους ἐπιλογισμούς . ἐὰν ἀμελήσω τᾶν ἐμῶν , οὐχ ἕξω διατροφάς · ἐὰν μὴ κολάσω τὸν παῖδα , πονηρὸς ἔσται . κρεῖσσον γὰρ λιμῷ ἀποθανεῖν ἄλυπον καὶ ἄφοβον γενόμενον ζῆν ἐν ἀφθόνοις ταρασσόμενον . κρεῖττον δὲ τὸν παῖδα κακὸν εἶναι σὲ κακοδαίμονα .
12.2 ἄρξαι τοιγαροῦν ἀπὸ τῶν σμικρῶν . ἐκχεῖται τὸ ἐλάδιον , κλέπτεται τὸ οἰνάριον · ἐπίλεγε ὅτι τοσούτου πωλεῖται ἀπάθεια , τοσούτου ἀταραξία · προῖκα δὲ οὐδὲν περιγίνεται . ὅταν δὲ καλῇς τὸν παῖδα , ἐνθυμοῦ , ὅτι δύναται μὴ ὑπακοῦσαι καὶ ὑπακούσας μηδὲν ποιῆσαι ὧν θέλεις · ἀλλʹ οὐχ οὕτως ἐστὶν αὐτῷ καλῶς , ἵνα ἐπʹ ἐκείνῳ τὸ σὲ μὴ ταραχθῆναι .