26.1 τὸ βούλημα τῆς φύσεως καταμαθεῖν ἔστιν ἐξ ὧν οὐ διαφερόμεθα πρὸς ἀλλήλους . οἷον , ὅταν ἄλλου παιδάριον κατεάξῃ τὸ ποτήριον , πρόχειρον εὐθὺς λέγειν ὅτι τῶν γινομένων ἐστίν . ἴσθι οὖν , ὅτι , ὅταν καὶ τὸ σὸν κατεαγῇ , τοιοῦτον εἶναί σε δεῖ , ὁποῖον ὅτε καὶ τὸ τοῦ ἄλλου κατεάγη . οὕτω μετατίθει καὶ ἐπὶ τὰ μείζονα . τέκνον ἄλλου τέθνηκεν γυνή ; οὐδείς ἐστιν ὃς οὐκ ἂν εἴποι ὅτι ἀνθρώπινον · ἀλλʹ ὅταν τὸ αὐτοῦ τινος ἀποθάνῃ , εὐθὺς οἴμοι , τάλας ἐγώ . ἐχρῆν δὲ μεμνῆσθαι , τί πάσχομεν περὶ ἄλλων αὐτὸ ἀκούσαντες .