Ἄγγελος
958 εἰ τοῦτο πρῶτον δεῖ μ’ ἀπαγγεῖλαι σαφῶς ,
959 εὖ ἴσθ’ ἐκεῖνον θανάσιμον βεβηκότα .
Οἰδίπους
960 πότερα δόλοισιν ἢ νόσου ξυναλλαγῇ ;
Ἄγγελος
961 σμικρὰ παλαιὰ σώματ’ εὐνάζει ῥοπή .
Οἰδίπους
962 νόσοις ὁ τλήμων , ὡς ἔοικεν , ἔφθιτο .
Ἄγγελος
963 καὶ τῷ μακρῷ γε συμμετρούμενος χρόνῳ .
Οἰδίπους
964 φεῦ φεῦ , τί δῆτ’ ἄν , ὦ γύναι , σκοποῖτό τι
965 τὴν Πυθόμαντιν ἑστίαν ἢ τοὺς ἄνω
966 κλάζοντας ὄρνεις , ὧν ὑφηγητῶν ἐγὼ
967 κτενεῖν ἔμελλον πατέρα τὸν ἐμόν ; ὁ δὲ θανὼν
968 κεύθει κάτω δὴ γῆς . ἐγὼ δ’ ὅδ’ ἐνθάδε
969 ἄψαυστος ἔγχους ʹ εἴ τι μὴ τὠμῷ πόθῳ
970 κατέφθιθ’ ʹ οὕτω δ’ ἂν θανὼν εἴη ’ ξ ἐμοῦ .
971 τὰ δ’ οὖν παρόντα συλλαβὼν θεσπίσματα
972 κεῖται παρ’ Ἅιδῃ Πόλυβος ἄξι’ οὐδενός .
Ἰοκάστη
973 οὔκουν ἐγώ σοι ταῦτα προύλεγον πάλαι ;
Οἰδίπους
974 ηὔδας ʹ ἐγὼ δὲ τῷ φόβῳ παρηγόμην .
Ἰοκάστη
975 μὴ νῦν ἔτ’ αὐτῶν μηδὲν ἐς θυμὸν βάλῃς .
Οἰδίπους
976 καὶ πῶς τὸ μητρὸς οὐκ ὀκνεῖν λέχος με δεῖ ;
Ἰοκάστη
977 τί δ’ ἂν φοβοῖτ’ ἄνθρωπος ᾧ τὰ τῆς τύχης