Χορός
391 ὀρεστέρα παμβῶτι Γᾶ , μᾶτερ αὐτοῦ Διός ,
392 ἃ τὸν μέγαν Πακτωλὸν εὔχρυσον νέμεις ,
395 σὲ κἀκεῖ , μᾶτερ πότνι’ , ἐπηυδώμαν ,
396 ὅτ’ ἐς τόνδ’ Ἀτρειδᾶν ὕβρις πᾶσ’ ἐχώρει ,
397 ὅτε τὰ πάτρια τεύχεα παρεδίδοσαν ,
400 ἰὼ μάκαιρα ταυροκτόνων
401 λεόντων ἔφεδρε , τῷ Λαρτίου
402 σέβας ὑπέρτατον .
Φιλοκτήτης
403 ἔχοντες , ὡς ἔοικε , σύμβολον σαφὲς
404 λύπης πρὸς ἡμᾶς , ὦ ξένοι , πεπλεύκατε ,
405 καί μοι προσᾴδεθ’ ὥστε γιγνώσκειν ὅτι
406 ταῦτ’ ἐξ Ἀτρειδῶν ἔργα κἀξ Ὀδυσσέως .
407 ἔξοιδα γάρ νιν παντὸς ἂν λόγου κακοῦ
408 γλώσσῃ θιγόντα καὶ πανουργίας , ἀφ’ ἧς
409 μηδὲν δίκαιον ἐς τέλος μέλλοι ποεῖν .
410 ἀλλ’ οὔ τι τοῦτο θαῦμ’ ἔμοιγ’ , ἀλλ’ εἰ παρὼν
411 Αἴας ὁ μείζων ταῦθ’ ὁρῶν ἠνείχετο .
Νεοπτόλεμος
412 οὐκ ἦν ἔτι ζῶν , ὦ ξέν’ · οὐ γὰρ ἄν ποτε
413 ζῶντός γ’ ἐκείνου ταῦτ’ ἐσυλήθην ἐγώ .
Φιλοκτήτης
414 πῶς εἶπας ; ἀλλ’ ἦ χοὖτος οἴχεται θανών ;
Νεοπτόλεμος
415 ὡς μηκέτ’ ὄντα κεῖνον ἐν φάει νόει .
Φιλοκτήτης
416 οἴμοι τάλας . ἀλλ’ οὐχ ὁ Τυδέως γόνος
417 οὐδ’ οὑμπολητὸς Σισύφου Λαερτίῳ ,
418 οὐ μὴ θάνωσι · τούσδε γὰρ μὴ ζῆν ἔδει .