Δηιάνειρα
293 πῶς δ’ οὐκ ἐγὼ χαίροιμ’ ἄν , ἀνδρὸς εὐτυχῆ
294 κλύουσα πρᾶξιν τήνδε , πανδίκῳ φρενί ;
295 πολλή ’στ’ ἀνάγκη τῇδε τοῦτο συντρέχειν .
296 ὅμως δ’ ἔνεστι τοῖσιν εὖ σκοπουμένοις
297 ταρβεῖν τὸν εὖ πράσσοντα , μὴ σφαλῇ ποτε .
298 ἐμοὶ γὰρ οἶκτος δεινὸς εἰσέβη , φίλαι ,
299 ταύτας ὁρώσῃ δυσπότμους ἐπὶ ξένης
300 χώρας ἀοίκους ἀπάτοράς τ’ ἀλωμένας ,
301 αἳ πρὶν μὲν ἦσαν ἐξ ἐλευθέρων ἴσως
302 ἀνδρῶν , τανῦν δὲ δοῦλον ἴσχουσιν βίον .
303 ὦ Ζεῦ τροπαῖε , μή ποτ’ εἰσίδοιμί σε
304 πρὸς τοὐμὸν οὕτω σπέρμα χωρήσαντά ποι ,
305 μηδ’ , εἴ τι δράσεις , τῆσδέ γε ζώσης ἔτι .
306 οὕτως ἐγὼ δέδοικα τάσδ’ ὁρωμένη .
307 ὦ δυστάλαινα , τίς ποτ’ εἶ νεανίδων ;
308 ἄνανδρος ἢ τεκνοῦσσα ; πρὸς μὲν γὰρ φύσιν
309 πάντων ἄπειρος τῶνδε , γενναία δέ τις .
310 Λίχα , τίνος ποτ’ ἐστὶν ἡ ξένη βροτῶν ;
311 τίς ἡ τεκοῦσα , τίς δ’ ὁ φιτύσας πατήρ ;
312 ἔξειπ’ · ἐπεί νιν τῶνδε πλεῖστον ᾤκτισα
313 βλέπουσ’ , ὅσῳπερ καὶ φρονεῖν οἶδεν μόνη .