Πλοῦτος
200 ὅπως ἐγὼ τὴν δύναμιν ἣν ὑμεῖς φατε
201 ἔχειν με , ταύτης δεσπότης γενήσομαι .
Χρεμύλος
202 νὴ τὸν Δί’ ἀλλὰ καὶ λέγουσι πάντες ὡς
203 δειλότατόν ἐσθ’ Πλοῦτος .
Πλοῦτος
ἥκιστ’ , ἀλλά με
204 τοιχωρύχος τις διέβαλ’ . ἐσδὺς γάρ ποτε
205 οὐκ εἶχεν ἐς τὴν οἰκίαν οὐδὲν λαβεῖν ,
206 εὑρὼν ἁπαξάπαντα κατακεκλῃμένα ·
207 εἶτ’ ὠνόμασέ μου τὴν πρόνοιαν δειλίαν .
Χρεμύλος
208 μή νυν μελέτω σοι μηδέν · ὡς ἐὰν γένῃ
209 ἀνὴρ πρόθυμος αὐτὸς ἐς τὰ πράγματα ,
210 βλέποντ’ ἀποδείξω σ’ ὀξύτερον τοῦ Λυγκέως .
Πλοῦτος
211 πῶς οὖν δυνήσει τοῦτο δρᾶσαι θνητὸς ὤν ;
Χρεμύλος
212 ἔχω τιν’ ἀγαθὴν ἐλπίδ’ ἐξ ὧν εἶπέ μοι
213 Φοῖβος αὐτὸς Πυθικὴν σείσας δάφνην .
Πλοῦτος
214 κἀκεῖνος οὖν σύνοιδε ταῦτα ;
Χρεμύλος
φήμ’ ἐγώ .
Πλοῦτος
215 ὁρᾶτε .
Χρεμύλος
μὴ φρόντιζε μηδὲν ὦγαθέ .
216 ἐγὼ γάρ , εὖ τοῦτ’ ἴσθι , κεἰ δεῖ μ’ ἀποθανεῖν ,
217 αὐτὸς διαπράξω ταῦτα .
Καρίων
κἂν βούλῃ γ’ , ἐγώ .
Χρεμύλος
218 πολλοὶ δ’ ἔσονται χἄτεροι νῷν ξύμμαχοι ,
219 ὅσοις δικαίοις οὖσιν οὐκ ἦν ἄλφιτα .
Πλοῦτος
220 παπαῖ πονηρούς γ’ εἶπας ἡμῖν συμμάχους .
Χρεμύλος
221 οὐκ ἤν γε πλουτήσωσιν ἐξ ἀρχῆς πάλιν .