Πενία
594 διὰ τὴν Πενίαν .
Χρεμύλος
παρὰ τῆς Ἑκάτης ἔξεστιν τοῦτο πυθέσθαι ,
595 εἴτε τὸ πλουτεῖν εἴτε τὸ πεινῆν βέλτιον . φησὶ γὰρ αὕτη
596 τοὺς μὲν ἔχοντας καὶ πλουτοῦντας δεῖπνον κατὰ μῆν’ ἀποπέμπειν ,
597 τοὺς δὲ πένητας τῶν ἀνθρώπων ἁρπάζειν πρὶν καταθεῖναι .
598 ἀλλὰ φθείρου καὶ μὴ γρύξῃς
599 ἔτι μηδ’ ὁτιοῦν .
600 οὐ γὰρ πείσεις , οὐδ’ ἢν πείσῃς .
Πενία
601 πόλις Ἄργους , κλύεθ’ οἷα λέγει .
Χρεμύλος
602 Παύσωνα κάλει τὸν ξύσσιτον .
Πενία
603 τί πάθω τλήμων ;
Χρεμύλος
604 ἔρρ’ ἐς κόρακας θᾶττον ἀφ’ ἡμῶν .
Πενία
605 εἶμι δὲ ποῖ γῆς ;
Χρεμύλος
606 ἐς τὸν κύφων’ · ἀλλ’ οὐ μέλλειν
607 χρῆν σ’ , ἀλλ’ ἀνύειν .
Πενία
608 μὴν ὑμεῖς γ’ ἔτι μ’ ἐνταυθοῖ
609 μεταπέμψεσθον .
Χρεμύλος
610 τότε νοστήσεις · νῦν δὲ φθείρου .
611 κρεῖττον γάρ μοι πλουτεῖν ἐστίν ,
612 σὲ δ’ ἐᾶν κλάειν μακρὰ τὴν κεφαλήν .
Βλεψίδημος
613 νὴ Δί’ ἐγὼ γοῦν ἐθέλω πλουτῶν
614 εὐωχεῖσθαι μετὰ τῶν παίδων
615 τῆς τε γυναικός , καὶ λουσάμενος
616 λιπαρὸς χωρῶν ἐκ βαλανείου
617 τῶν χειροτεχνῶν
618 καὶ τῆς Πενίας καταπαρδεῖν .