Χρεμύλος
619 αὕτη μὲν ἡμῖν ἡπίτριπτος οἴχεται .
620 ἐγὼ δὲ καὶ σύ γ’ ὡς τάχιστα τὸν θεὸν
621 ἐγκατακλινοῦντ’ ἄγωμεν εἰς Ἀσκληπιοῦ .
Βλεψίδημος
622 καὶ μὴ διατρίβωμέν γε , μὴ πάλιν τις αὖ
623 ἐλθὼν διακωλύσῃ τι τῶν προὔργου ποιεῖν .
Χρεμύλος
624 παῖ Καρίων τὰ στρώματ’ ἐκφέρειν σ’ ἐχρῆν
625 αὐτόν τ’ ἄγειν τὸν Πλοῦτον , ὡς νομίζεται ,
626 καὶ τἄλλ’ ὅσ’ ἐστὶν ἔνδον ηὐτρεπισμένα .
Καρίων
627 πλεῖστα Θησείοις μεμυστιλημένοι
628 γέροντες ἄνδρες ἐπ’ ὀλιγίστοις ἀλφίτοις ,
629 ὡς εὐτυχεῖθ’ , ὡς μακαρίως πεπράγατε ,
630 ἄλλοι θ’ ὅσοις μέτεστι τοῦ χρηστοῦ τρόπου .
Χορός
631 τί δ’ ἔστιν βέλτιστε τῶν σαυτοῦ φίλων ;
632 φαίνει γὰρ ἥκειν ἄγγελος χρηστοῦ τινος .
Καρίων
633 δεσπότης πέπραγεν εὐτυχέστατα ,
634 μᾶλλον δ’ Πλοῦτος αὐτός · ἀντὶ γὰρ τυφλοῦ
635 ἐξωμμάτωται καὶ λελάμπρυνται κόρας ,
636 Ἀσκληπιοῦ παιῶνος εὐμενοῦς τυχών .
Χορός
637 λέγεις μοι χαράν , λέγεις μοι βοάν .
Καρίων
638 πάρεστι χαίρειν , ἤν τε βούλησθ’ ἤν τε μή .
Χορός
639 ἀναβοάσομαι τὸν εὔπαιδα καὶ
640 μέγα βροτοῖσι φέγγος Ἀσκληπιόν .
Γυνή
641 τίς βοή ποτ’ ἐστίν ; ἆρ’ ἀγγέλλεται
642 χρηστόν τι ; τοῦτο γὰρ ποθοῦσ’ ἐγὼ πάλαι
643 ἔνδον κάθημαι περιμένουσα τουτονί .