Καρίων
665 εἷς μέν γε Νεοκλείδης , ὅς ἐστι μὲν τυφλός ,
666 κλέπτων δὲ τοὺς βλέποντας ὑπερηκόντικεν ·
667 ἕτεροί τε πολλοὶ παντοδαπὰ νοσήματα
668 ἔχοντες · ὡς δὲ τοὺς λύχνους ἀποσβέσας
669 ἡμῖν παρήγγειλεν καθεύδειν τοῦ θεοῦ
670 πρόπολος , εἰπών , ἤν τις αἴσθηται ψόφου
671 σιγᾶν , ἅπαντες κοσμίως κατεκείμεθα .
672 κἀγὼ καθεύδειν οὐκ ἐδυνάμην , ἀλλά με
673 ἀθάρης χύτρα τις ἐξέπληττε κειμένη
674 ὀλίγον ἄπωθεν τῆς κεφαλῆς του γρᾳδίου ,
675 ἐφ’ ἣν ἐπεθύμουν δαιμονίως ἐφερπύσαι .
676 ἔπειτ’ ἀναβλέψας ὁρῶ τὸν ἱερέα
677 τοὺς φθοῖς ἀφαρπάζοντα καὶ τὰς ἰσχάδας
678 ἀπὸ τῆς τραπέζης τῆς ἱερᾶς · μετὰ τοῦτο δὲ
679 περιῆλθε τοὺς βωμοὺς ἅπαντας ἐν κύκλῳ ,
680 εἴ που πόπανον εἴη τι καταλελειμμένον ·
681 ἔπειτα ταῦθ’ ἥγιζεν ἐς σάκταν τινά .
682 κἀγὼ νομίσας πολλὴν ὁσίαν τοῦ πράγματος
683 ἐπὶ τὴν χύτραν τῆς ἀθάρης ἀνίσταμαι .
Γυνή
684 ταλάντατ’ ἀνδρῶν οὐκ ἐδεδοίκεις τὸν θεόν ;