Καρίων
685 νὴ τοὺς θεοὺς ἔγωγε μὴ φθάσειέ με
686 ἐπὶ τὴν χύτραν ἐλθὼν ἔχων τὰ στέμματα ·
687 γὰρ ἱερεὺς αὐτοῦ με προὐδιδάξατο .
688 τὸ γρᾴδιον δ’ ὡς ᾔσθετο δή μου τὸν ψόφον ,
689 ἄρασ’ ὑφῄρει · κᾆτα συρίξας ἐγὼ
690 ὀδὰξ ἐλαβόμην ὡς παρείας ὢν ὄφις .
691 δ’ εὐθέως τὴν χεῖρα πάλιν ἀνέσπασεν ,
692 κατέκειτο δ’ αὑτὴν ἐντυλίξασ’ ἡσυχῇ
693 ὑπὸ τοῦ δέους βδέουσα δριμύτερον γαλῆς .
694 κἀγὼ τότ’ ἤδη τῆς ἀθάρης πολλὴν ἔφλων ·
695 ἔπειτ’ ἐπειδὴ μεστὸς ἦν , ἀνεπαλλόμην .
Γυνή
696 δὲ θεὸς ὑμῖν οὐ προσῄειν ;
Καρίων
οὐδέπω .
697 μετὰ τοῦτο δ’ ἤδη καὶ γέλοιον δῆτά τι
698 ἐποίησα . προσιόντος γὰρ αὐτοῦ μέγα πάνυ
699 ἀπέπαρδον · γαστὴρ γὰρ ἐπεφύσητό μου .
Γυνή
700 πού σε διὰ τοῦτ’ εὐθὺς ἐβδελύττετο .
Καρίων
701 οὔκ , ἀλλ’ Ἰασὼ μέν τις ἀκολουθοῦσ’ ἅμα
702 ὑπηρυθρίασε χἠ Πανάκει’ ἀπεστράφη
703 τὴν ῥῖν’ ἐπιλαβοῦσ’ · οὐ λιβανωτὸν γὰρ βδέω .
Γυνή
704 αὐτὸς δ’ ἐκεῖνος ;
Καρίων
οὐ μὰ Δί’ οὐδ’ ἐφρόντισεν .
Γυνή
705 λέγεις ἄγροικον ἄρα σύ γ’ εἶναι τὸν θεόν .
Καρίων
706 μὰ Δί’ οὐκ ἔγωγ’ , ἀλλὰ σκατοφάγον .
Γυνή
αἲ τάλαν .