Συκοφάντης
944 ἄπειμι · γιγνώσκω γὰρ ἥττων ὢν πολὺ
945 ὑμῶν · ἐὰν δὲ σύζυγον λάβω τινὰ
946 καὶ σύκινον , τοῦτον τὸν ἰσχυρὸν θεὸν
947 ἐγὼ ποιήσω τήμερον δοῦναι δίκην ,
948 ὁτιὴ καταλύει περιφανῶς εἶς ὢν μόνος
949 τὴν δημοκρατίαν , οὔτε τὴν βουλὴν πιθὼν
950 τὴν τῶν πολιτῶν οὔτε τὴν ἐκκλησίαν .
Δίκαιος
951 καὶ μὴν ἐπειδὴ τὴν πανοπλίαν τὴν ἐμὴν
952 ἔχων βαδίζεις , ἐς τὸ βαλανεῖον τρέχε ·
953 ἔπειτ’ ἐκεῖ κορυφαῖος ἑστηκὼς θέρου .
954 κἀγὼ γὰρ εἶχον τὴν στάσιν ταύτην ποτέ .
Καρίων
955 ἀλλ’ βαλανεὺς ἕλξει θύραζ’ αὐτὸν λαβὼν
956 τῶν ὀρχιπέδων · ἰδὼν γὰρ αὐτὸν γνώσεται
957 ὅτι ἔστ’ ἐκείνου τοῦ πονηροῦ κόμματος .
958 νὼ δ’ εἰσίωμεν , ἵνα προσεύξῃ τὸν θεόν .
Γραῦς
959 ἆρ’ φίλοι γέροντες ἐπὶ τὴν οἰκίαν
960 ἀφίγμεθ’ ὄντως τοῦ νέου τούτου θεοῦ ,
961 τῆς ὁδοῦ τὸ παράπαν ἡμαρτήκαμεν ;
Χορός
962 ἀλλ’ ἴσθ’ ἐπ’ αὐτὰς τὰς θύρας ἀφιγμένη
963 μειρακίσκη · πυνθάνει γὰρ ὡρικῶς .
Γραῦς
964 φέρε νυν ἐγὼ τῶν ἔνδοθεν καλέσω τινά .
Χρεμύλος
965 μὴ δῆτ’ · ἐγὼ γὰρ αὐτὸς ἐξελήλυθα .
966 ἀλλ’ τι μάλιστ’ ἐλήλυθας λέγειν σ’ ἐχρῆν .