Γραῦς
967 πέπονθα δεινὰ καὶ παράνομ’ φίλτατε ·
968 ἀφ’ οὗ γὰρ θεὸς οὗτος ἤρξατο βλέπειν ,
969 ἀβίωτον εἶναί μοι πεποίηκε τὸν βίον .
Χρεμύλος
970 τί δ’ ἔστιν ; που καὶ σὺ συκοφάντρια
971 εν ταῖς γυναιξὶν ἦσθα ;
Γραῦς
μὰ Δί’ ἐγὼ μὲν οὔ .
Χρεμύλος
972 ἀλλ’ οὐ λαχοῦσ’ ἔπινες ἐν τῷ γράμματι ;
Γραῦς
973 σκώπτεις · ἐγὼ δὲ κατακέκνισμαι δειλάκρα .
Χρεμύλος
974 οὔκουν ἐρεῖς ἀνύσασα τὸν κνισμὸν τίνα ;
Γραῦς
975 ἄκουέ νυν . ἦν μοί τι μειράκιον φίλον ,
976 πενιχρὸν μέν , ἄλλως δ’ εὐπρόσωπον καὶ καλὸν
977 καὶ χρηστόν · εἰ γάρ του δεηθείην ἐγώ ,
978 ἅπαντ’ ἐποίει κοσμίως μοι καὶ καλῶς ·
979 ἐγὼ δ’ ἐκείνῳ πάντα ταῦθ’ ὑπηρέτουν .
Χρεμύλος
980 τί δ’ ἦν τι σου μάλιστ’ ἐδεῖθ’ ἑκάστοτε ;
Γραῦς
981 οὐ πολλά · καὶ γὰρ ἐκνομίως μ’ ᾐσχύνετο .
982 ἀλλ’ ἀργυρίου δραχμὰς ἂν ᾔτησ’ εἴκοσιν
983 εἰς ἱμάτιον , ὀκτὼ δ’ ἂν εἰς ὑποδήματα ·
984 καὶ ταῖς ἀδελφαῖς ἀγοράσαι χιτώνιον
985 ἐκέλευσεν ἂν τῇ μητρί θ’ ἱματίδιον ·
986 πυρῶν τ’ ἂν ἐδεήθη μεδίμνων τεττάρων .
Χρεμύλος
987 οὐ πολλὰ τοίνυν μὰ τὸν Ἀπόλλω ταῦτά γε
988 εἴρηκας , ἀλλὰ δῆλον ὅτι σ’ ᾐσχύνετο .