Γραῦς
1034 ὑπὸ τοῦ γὰρ ἄλγους κατατέτηκ’ φίλτατε .
Χρεμύλος
1035 οὐκ ἀλλὰ κατασέσηπας , ὥς γ’ ἐμοὶ δοκεῖς .
Γραῦς
1036 διὰ δακτυλίου μὲν οὖν ἔμεγ’ ἂν διελκύσαις .
Χρεμύλος
1037 εἰ τυγχάνοι γ’ δακτύλιος ὢν τηλία .
Γραῦς
1038 καὶ μὴν τὸ μειράκιον τοδὶ προσέρχεται ,
1039 οὗπερ πάλαι κατηγοροῦσα τυγχάνω ·
1040 ἔοικε δ’ ἐπὶ κῶμον βαδίζειν .
Χρεμύλος
φαίνεται .
1041 στέφανόν γέ τοι καὶ δᾷδ’ ἔχων πορεύεται .
Νεανίας
1042 ἀσπάζομαί σε .
Γραῦς
τί φησιν ;
Νεανίας
ἀρχαία φίλη ,
1043 πολιὰ γεγένησαι ταχύ γε νὴ τὸν οὐρανόν .
Γραῦς
1044 τάλαιν’ ἐγὼ τῆς ὕβρεος ἧς ὑβρίζομαι .
Χρεμύλος
1045 ἔοικε διὰ πολλοῦ χρόνου σ’ ἑορακέναι .
Γραῦς
1046 ποίου χρόνου ταλάνταθ’ , ὃς παρ’ ἐμοὶ χθὲς ἦν ;
Χρεμύλος
1047 τοὐναντίον πέπονθε τοῖς πολλοῖς ἄρα ·
1048 μεθύων γάρ , ὡς ἔικεν , ὀξύτερον βλέπει .
Γραῦς
1049 οὔκ , ἀλλ’ ἀκόλαστός ἐστιν ἀεὶ τοὺς τρόπους .
Νεανίας
1050 Ποντοπόσειδον καὶ θεοὶ πρεσβυτικοί ,
1051 ἐν τῷ προσώπῳ τῶν ῥυτίδων ὅσας ἔχει .
Γραῦς
1052 ,
τὴν δᾷδα μή μοι πρόσφερ’ .
Χρεμύλος
εὖ μέντοι λέγει .
1053 ἐὰν γὰρ αὐτὴν εἷς μόνος σπινθὴρ λάβῃ
1054 ὥσπερ παλαιὰν εἰρεσιώνην καύσεται .