Χρεμύλος
1012 ἔπειτ’ ἴσως ᾔτει σ’ ἂν εἰς ὑποδήματα .
Γραῦς
1013 μυστηρίοις δὲ τοῖς μεγάλοις ὀχουμένην
1014 ἐπὶ τῆς ἁμάξης ὅτι προσέβλεψέν μέ τις ,
1015 ἐτυπτόμην διὰ τοῦθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν .
1016 οὕτω σφόδρα ζηλότυπος νεανίσκος ἦν .
Χρεμύλος
1017 μόνος γὰρ ἥδεθ’ , ὡς ἔοικεν , ἐσθίων .
Γραῦς
1018 καὶ τάς γε χεῖρας παγκάλας ἔχειν μ’ ἔθη .
Χρεμύλος
1019 ὁπότε προτείνοιέν γε δραχμὰς εἴκοσιν .
Γραῦς
1020 ὄζειν τε τῆς χρόας ἔφασκεν ἡδύ μου .
Χρεμύλος
1021 εἰ Θάσιον ἐνέχεις , εἰκότως γε νὴ Δία .
Γραῦς
1022 τὸ βλέμμα θ’ ὡς ἔχοιμι μαλακὸν καὶ καλόν .
Χρεμύλος
1023 οὐ σκαιὸς ἦν ἄνθρωπος , ἀλλ’ ἠπίστατο
1024 γραὸς καπρώσης τἀφόδια κατεσθίειν .
Γραῦς
1025 ταῦτ’ οὖν θεὸς φίλ’ ἄνερ οὐκ ὀρθῶς ποιεῖ ,
1026 φάσκων βοηθεῖν τοῖς ἀδικουμένοις ἀεί .
Χρεμύλος
1027 τί γὰρ ποιήσει ; φράζε , καὶ πεπράξεται .
Γραῦς
1028 ἀναγκάσαι δίκαιόν ἐστι νὴ Δία
1029 τὸν εὖ παθόνθ’ ὑπ’ ἐμοῦ πάλιν μ’ ἀντευποιεῖν ,
1030 μηδ’ ὁτιοῦν ἀγαθὸν δίκαιόν ἐστ’ ἔχειν .
Χρεμύλος
1031 οὔκουν καθ’ ἑκάστην ἀπεδίδου τὴν νύκτα σοι ;
Γραῦς
1032 ἀλλ’ οὐδέποτέ με ζῶσαν ἀπολείψειν ἔφη .
Χρεμύλος
1033 ὀρθῶς γε · νῦν δέ γ’ οὐκέτι ζῆν σ’ οἴεται .