Χρεμύλος
1095 ὡς εὐτόνως Ζεῦ βασιλεῦ τὸ γρᾴδιον
1096 ὥσπερ λεπὰς τῷ μειρακίῳ προσείχετο .
Καρίων
1097 τίς ἔσθ’ κόπτων τὴν θύραν ; τουτὶ τί ἦν ;
1098 οὐδεὶς ἔοικεν · ἀλλὰ δῆτα τὸ θύριον
1099 φθεγγόμενον ἄλλως κλαυσιᾷ .
Ἑρμῆς
σέ τοι λέγω ,
1100 Καρίων , ἀνάμεινον .
Καρίων
οὗτος εἰπέ μοι ,
1101 σὺ τὴν θύραν ἔκοπτες οὑτωσὶ σφόδρα ;
Ἑρμῆς
1102 μὰ Δί’ ἀλλ’ ἔμελλον · εἶτ’ ἀνέῳξάς με φθάσας .
1103 ἀλλ’ ἐκκάλει τὸν δεσπότην τρέχων ταχύ ,
1104 ἒπειτα τὴν γυναῖκα καὶ τὰ παιδία ,
1105 ἔπειτα τοὺς θεράποντας , εἶτα τὴν κύνα ,
1106 ἔπειτα σαυτόν , εἶτα τὴν ὗν .
Καρίων
εἰπέ μοι ,
1107 τί δ’ ἔστιν ;
Ἑρμῆς
Ζεὺς πόνηρε βούλεται
1108 ἐς ταὐτὸν ὑμᾶς συγκυκήσας τρύβλιον
1109 ἁπαξάπαντας ἐς τὸ βάραθρον ἐμβαλεῖν .
Καρίων
1110 γλῶττα τῷ κήρυκι τούτων τέμνεται .
1111 ἀτὰρ διὰ τί δὴ ταῦτ’ ἐπιβουλεύει ποιεῖν
1112 ἡμᾶς ;
Ἑρμῆς
ὁτιὴ δεινότατα πάντων πραγμάτων
1113 εἴργασθ’ . ἀφ’ οὗ γὰρ ἤρξατ’ ἐξ ἀρχῆς βλέπειν
1114 Πλοῦτος , οὐδεὶς οὐ λιβανωτόν , οὐ δάφνην ,
1115 οὐ ψαιστόν , οὐχ ἱερεῖον , οὐκ ἄλλ’ οὐδὲ ἓν