Ἄδμητος
515 ζῶσιν κατ’ οἴκους παῖδες οὓς ἔφυσ’ ἐγώ .
Ἡρακλῆς
516 πατήρ γε μὴν ὡραῖος , εἴπερ οἴχεται .
Ἄδμητος
517 κἀκεῖνος ἔστι χἡ τεκοῦσά μ’ , Ἡράκλεις .
Ἡρακλῆς
518 οὐ μὴν γυνή γ’ ὄλωλεν Ἄλκηστις σέθεν ;
Ἄδμητος
519 διπλοῦς ἐπ’ αὐτῇ μῦθος ἔστι μοι λέγειν .
Ἡρακλῆς
520 πότερα θανούσης εἶπας ζώσης ἔτι ;
Ἄδμητος
521 ἔστιν τε κοὐκέτ’ ἔστιν , ἀλγύνει δ’ ἐμέ .
Ἡρακλῆς
522 οὐδέν τι μᾶλλον οἶδ’ · ἄσημα γὰρ λέγεις .
Ἄδμητος
523 οὐκ οἶσθα μοίρας ἧς τυχεῖν αὐτὴν χρεών ;
Ἡρακλῆς
524 οἶδ’ , ἀντὶ σοῦ γε κατθανεῖν ὑφειμένην .
Ἄδμητος
525 πῶς οὖν ἔτ’ ἔστιν , εἴπερ ᾔνεσεν τάδε ;
Ἡρακλῆς
526 , μὴ πρόκλαι’ ἄκοιτιν , ἐς τότ’ ἀμβαλοῦ .
Ἄδμητος
527 τέθνηχ’ μέλλων , κοὐκέτ’ ἔσθ’ κατθανών .
Ἡρακλῆς
528 χωρὶς τό τ’ εἶναι καὶ τὸ μὴ νομίζεται .
Ἄδμητος
529 σὺ τῇδε κρίνεις , Ἡράκλεις , κείνῃ δ’ ἐγώ .
Ἡρακλῆς
530 τί δῆτα κλαίεις ; τίς φίλων κατθανών ;
Ἄδμητος
531 γυνή · γυναικὸς ἀρτίως μεμνήμεθα .
Ἡρακλῆς
532 ὀθνεῖος σοὶ συγγενὴς γεγῶσά τις ;
Ἄδμητος
533 ὀθνεῖος , ἄλλως δ’ ἦν ἀναγκαία δόμοις .
Ἡρακλῆς
534 πῶς οὖν ἐν οἴκοις σοῖσιν ὤλεσεν βίον ;
Ἄδμητος
535 πατρὸς θανόντος ἐνθάδ’ ὠρφανεύετο .