Ἡρακλῆς
536 φεῦ .
εἴθ’ ηὕρομέν σ’ , Ἄδμητε , μὴ λυπούμενον .
Ἄδμητος
537 ὡς δὴ τί δράσων τόνδ’ ὑπορράπτεις λόγον ;
Ἡρακλῆς
538 ξένων πρὸς ἄλλων ἑστίαν πορεύσομαι .
Ἄδμητος
539 οὐκ ἔστιν , ὦναξ · μὴ τοσόνδ’ ἔλθοι κακόν .
Ἡρακλῆς
540 λυπουμένοις ὀχληρός , εἰ μόλοι , ξένος .
Ἄδμητος
541 τεθνᾶσιν οἱ θανόντες · ἀλλ’ ἴθ’ ἐς δόμους .
Ἡρακλῆς
542 αἰσχρὸν παρὰ κλαίουσι θοινᾶσθαι ξένους .
Ἄδμητος
543 χωρὶς ξενῶνές εἰσιν οἷ σ’ ἐσάξομεν .
Ἡρακλῆς
544 μέθες με , καί σοι μυρίαν ἕξω χάριν .
Ἄδμητος
545 οὐκ ἔστιν ἄλλου σ’ ἀνδρὸς ἑστίαν μολεῖν .
546 ἡγοῦ σὺ τῷδε δωμάτων ἐξωπίους
547 ξενῶνας οἴξας , τοῖς τ’ ἐφεστῶσιν φράσον
548 σίτων παρεῖναι πλῆθος · εὖ δὲ κλῄσατε
549 θύρας μεσαύλους · οὐ πρέπει θοινωμένους
550 κλύειν στεναγμῶν οὐδὲ λυπεῖσθαι ξένους .
Χορός
551 τί δρᾷς ; τοιαύτης συμφορᾶς προκειμένης ,
552 Ἄδμητε , τολμᾷς ξενοδοκεῖν ; τί μῶρος εἶ ;