Φέρης
675 παῖ , τίν’ αὐχεῖς , πότερα Λυδὸν Φρύγα
676 κακοῖς ἐλαύνειν ἀργυρώνητον σέθεν ;
677 οὐκ οἶσθα Θεσσαλόν με κἀπὸ Θεσσαλοῦ
678 πατρὸς γεγῶτα γνησίως ἐλεύθερον ;
679 ἄγαν ὑβρίζεις , καὶ νεανίας λόγους
680 ῥίπτων ἐς ἡμᾶς οὐ βαλὼν οὕτως ἄπει .
681 ἐγὼ δέ σ’ οἴκων δεσπότην ἐγεινάμην
682 κἄθρεψ’ , ὀφείλω δ’ οὐχ ὑπερθνῄσκειν σέθεν ·
683 οὐ γὰρ πατρῷον τόνδ’ ἐδεξάμην νόμον ,
684 παίδων προθνῄσκειν πατέρας , οὐδ’ Ἑλληνικόν .
685 σαυτῷ γὰρ εἴτε δυστυχὴς εἴτ’ εὐτυχὴς
686 ἔφυς · δ’ ἡμῶν χρῆν σε τυγχάνειν , ἔχεις .
687 πολλῶν μὲν ἄρχεις , πολυπλέθρους δέ σοι γύας
688 λείψω · πατρὸς γὰρ ταὔτ’ ἐδεξάμην πάρα .
689 τί δῆτά σ’ ἠδίκηκα ; τοῦ σ’ ἀποστερῶ ;
690 μὴ θνῇσχ’ ὑπὲρ τοῦδ’ ἀνδρός , οὐδ’ ἐγὼ πρὸ σοῦ .
691 χαίρεις ὁρῶν φῶς · πατέρα δ’ οὐ χαίρειν δοκεῖς ;
692 μὴν πολύν γε τὸν κάτω λογίζομαι
693 χρόνον , τὸ δὲ ζῆν μικρόν , ἀλλ’ ὅμως γλυκύ .
694 σὺ γοῦν ἀναιδῶς διεμάχου τὸ μὴ θανεῖν ,
695 καὶ ζῇς παρελθὼν τὴν πεπρωμένην τύχην ,
696 ταύτην κατακτάς · εἶτ’ ἐμὴν ἀψυχίαν
697 λέγεις , γυναικός , κάκισθ’ , ἡσσημένος ,
698 τοῦ καλοῦ σοῦ προύθανεν νεανίου ;
699 σοφῶς δ’ ἐφηῦρες ὥστε μὴ θανεῖν ποτε ,
700 εἰ τὴν παροῦσαν κατθανεῖν πείσεις ἀεὶ
701 γυναῖχ’ ὑπὲρ σοῦ · κᾆτ’ ὀνειδίζεις φίλοις
702 τοῖς μὴ θέλουσι δρᾶν τάδ’ , αὐτὸς ὢν κακός ;
703 σίγα · νόμιζε δ’ , εἰ σὺ τὴν σαυτοῦ φιλεῖς
704 ψυχήν , φιλεῖν ἅπαντας · εἰ δ’ ἡμᾶς κακῶς
705 ἐρεῖς , ἀκούσῃ πολλὰ κοὐ ψευδῆ κακά .