Χορός
706 πλείω λέλεκται νῦν τε καὶ τὰ πρὶν κακά ·
707 παῦσαι δέ , πρέσβυ , παῖδα σὸν κακορροθῶν .
Ἄδμητος
708 λέγ’ , ὡς ἐμοῦ λέξαντος · εἰ δ’ ἀλγεῖς κλύων
709 τἀληθές , οὐ χρῆν σ’ εἰς ἔμ’ ἐξαμαρτάνειν .
Φέρης
710 σοῦ δ’ ἂν προθνῄσκων μᾶλλον ἐξημάρτανον .
Ἄδμητος
711 ταὐτὸν γὰρ ἡβῶντ’ ἄνδρα καὶ πρέσβυν θανεῖν ;
Φέρης
712 ψυχῇ μιᾷ ζῆν , οὐ δυοῖν , ὀφείλομεν .
Ἄδμητος
713 καὶ μὴν Διός γε μείζονα ζῴης χρόνον .
Φέρης
714 ἀρᾷ γονεῦσιν οὐδὲν ἔκδικον παθών ;
Ἄδμητος
715 μακροῦ βίου γὰρ ᾐσθόμην ἐρῶντά σε .
Φέρης
716 ἀλλ’ οὐ σὺ νεκρὸν ἀντὶ σοῦ τόνδ’ ἐκφέρεις ;
Ἄδμητος
717 σημεῖα τῆς σῆς , κάκιστ’ , ἀψυχίας .
Φέρης
718 οὔτοι πρὸς ἡμῶν γ’ ὤλετ’ · οὐκ ἐρεῖς τόδε .
Ἄδμητος
719 φεῦ · εἴθ’ ἀνδρὸς ἔλθοις τοῦδέ γ’ ἐς χρείαν ποτέ .
Φέρης
720 μνήστευε πολλάς , ὡς θάνωσι πλείονες .
Ἄδμητος
721 σοὶ τοῦτ’ ὄνειδος · οὐ γὰρ ἤθελες θανεῖν .
Φέρης
722 φίλον τὸ φέγγος τοῦτο τοῦ θεοῦ , φίλον .
Ἄδμητος
723 κακὸν τὸ λῆμα κοὐκ ἐν ἀνδράσιν τὸ σόν .
Φέρης
724 οὐκ ἐγγελᾷς γέροντα βαστάζων νεκρόν .
Ἄδμητος
725 θανῇ γε μέντοι δυσκλεής , ὅταν θάνῃς .
Φέρης
726 κακῶς ἀκούειν οὐ μέλει θανόντι μοι .