Ἡρακλῆς
773 οὗτος , τί σεμνὸν καὶ πεφροντικὸς βλέπεις ;
774 οὐ χρὴ σκυθρωπὸν τοῖς ξένοις τὸν πρόσπολον
775 εἶναι , δέχεσθαι δ’ εὐπροσηγόρῳ φρενί .
776 σὺ δ’ ἄνδρ’ ἑταῖρον δεσπότου παρόνθ’ ὁρῶν ,
777 στυγνῷ προσώπῳ καὶ συνωφρυωμένῳ
778 δέχῃ , θυραίου πήματος σπουδὴν ἔχων .
779 δεῦρ’ ἔλθ’ , ὅπως ἂν καὶ σοφώτερος γένῃ .
780 τὰ θνητὰ πράγματ’ οἶδας ἣν ἔχει φύσιν ;
781 οἶμαι μὲν οὔ · πόθεν γάρ ; ἀλλ’ ἄκουέ μου .
782 βροτοῖς ἅπασι κατθανεῖν ὀφείλεται ,
783 κοὐκ ἔστι θνητῶν ὅστις ἐξεπίσταται
784 τὴν αὔριον μέλλουσαν εἰ βιώσεται ·
785 τὸ τῆς τύχης γὰρ ἀφανὲς οἷ προβήσεται ,
786 κἄστ’ οὐ διδακτὸν οὐδ’ ἁλίσκεται τέχνῃ .
787 ταῦτ’ οὖν ἀκούσας καὶ μαθὼν ἐμοῦ πάρα ,
788 εὔφραινε σαυτόν , πῖνε , τὸν καθ’ ἡμέραν
789 βίον λογίζου σόν , τὰ δ’ ἄλλα τῆς τύχης .
790 τίμα δὲ καὶ τὴν πλεῖστον ἡδίστην θεῶν
791 Κύπριν βροτοῖσιν · εὐμενὴς γὰρ θεός .
792 τὰ δ’ ἄλλ’ ἔασον ταῦτα καὶ πιθοῦ λόγοις
793 ἐμοῖσιν εἴπερ ὀρθά σοι δοκῶ λέγειν ;
794 οἶμαι μέν . οὔκουν τὴν ἄγαν λύπην ἀφεὶς
795 πίῃ μεθ’ ἡμῶν τάσδ’ ὑπερβαλὼν τύχας ,
796 στεφάνοις πυκασθείς ; καὶ σάφ’ οἶδ’ ὁθούνεκα
797 τοῦ νῦν σκυθρωποῦ καὶ ξυνεστῶτος φρενῶν
798 μεθορμιεῖ σε πίτυλος ἐμπεσὼν σκύφου .
799 ὄντας δὲ θνητοὺς θνητὰ καὶ φρονεῖν χρεών ·
800 ὡς τοῖς γε σεμνοῖς καὶ συνωφρυωμένοις
801 ἅπασίν ἐστιν , ὥς γ’ ἐμοὶ χρῆσθαι κριτῇ ,
802 οὐ βίος ἀληθῶς βίος , ἀλλὰ συμφορά .