Χορός
903 ἐμοί τις ἦν
904 ἐν γένει , κόρος ἀξιόθρηνος
905 ὤλετ’ ἐν δόμοισιν
906 μονόπαις · ἀλλ’ ἔμπας
907 ἔφερε κακὸν ἅλις , ἄτεκνος ὤν ,
908 πολιὰς ἐπὶ χαίτας
909 ἤδη προπετὴς ὢν
910 βιότου τε πόρσω .
Ἄδμητος
912 σχῆμα δόμων , πῶς εἰσέλθω ;
913 πῶς δ’ οἰκήσω μεταπίπτοντος
914 δαίμονος ; οἴμοι . πολὺ γὰρ τὸ μέσον ·
915 τότε μὲν πεύκαις σὺν Πηλιάσιν
916 σύν θ’ ὑμεναίοις ἔστειχον ἔσω ,
917 φιλίας ἀλόχου χέρα βαστάζων ,
918 πολυάχητος δ’ εἵπετο κῶμος ,
919 τήν τε θανοῦσαν κἄμ’ ὀλβίζων ,
920 ὡς εὐπατρίδαι καὶ ἀπ’ ἀμφοτέρων
921 ὄντες ἀρίστων σύζυγες εἶμεν ·
922 νῦν δ’ ὑμεναίων γόος ἀντίπαλος
923 λευκῶν τε πέπλων μέλανες στολμοὶ
924 πέμπουσί μ’ ἔσω
925 λέκτρων κοίτας ἐς ἐρήμους .
Χορός
926 παρ’ εὐτυχῆ
927 σοὶ πότμον ἦλθεν ἀπειροκάκῳ τόδ’
928 ἄλγος · ἀλλ’ ἔσωσας
929 βίοτον καὶ ψυχάν .
930 ἔθανε δάμαρ , ἔλιπε φιλίαν ·
931 τί νέον τόδε ; πολλοῖς
932 ἤδη παρέλυσεν
933 θάνατος δάμαρτας .