Ἄδμητος
935 φίλοι , γυναικὸς δαίμον’ εὐτυχέστερον
936 τοὐμοῦ νομίζω , καίπερ οὐ δοκοῦνθ’ ὅμως ·
937 τῆς μὲν γὰρ οὐδὲν ἄλγος ἅψεταί ποτε ,
938 πολλῶν δὲ μόχθων εὐκλεὴς ἐπαύσατο .
939 ἐγὼ δ’ , ὃν οὐ χρῆν ζῆν , παρεὶς τὸ μόρσιμον
940 λυπρὸν διάξω βίοτον · ἄρτι μανθάνω .
941 πῶς γὰρ δόμων τῶνδ’ εἰσόδους ἀνέξομαι ;
942 τίν’ ἂν προσειπών , τοῦ δὲ προσρηθεὶς ὕπο ,
943 τερπνῆς τύχοιμ’ ἂν ἐξόδου ; ποῖ τρέψομαι ;
944 μὲν γὰρ ἔνδον ἐξελᾷ μ’ ἐρημία ,
945 γυναικὸς εὐνὰς εὖτ’ ἂν εἰσίδω κενὰς
946 θρόνους τ’ ἐν οἷσιν ἷζε , καὶ κατὰ στέγας
947 αὐχμηρὸν οὖδας , τέκνα δ’ ἀμφὶ γούνασι
948 πίπτοντα κλαίῃ μητέρ’ , οἳ δὲ δεσπότιν
949 στένωσιν οἵαν ἐκ δόμων ἀπώλεσαν .
950 τὰ μὲν κατ’ οἴκους τοιάδ’ · ἔξωθεν δέ με
951 γάμοι τ’ ἐλῶσι Θεσσαλῶν καὶ ξύλλογοι
952 γυναικοπληθεῖς · οὐ γὰρ ἐξανέξομαι
953 λεύσσων δάμαρτος τῆς ἐμῆς ὁμήλικας .
954 ἐρεῖ δέ μ’ ὅστις ἐχθρὸς ὢν κυρεῖ τάδε ·
955 Ἰδοῦ τὸν αἰσχρῶς ζῶνθ’ , ὃς οὐκ ἔτλη θανεῖν ,
956 ἀλλ’ ἣν ἔγημεν ἀντιδοὺς ἀψυχίᾳ
957 πέφευγεν Ἅιδην · εἶτ’ ἀνὴρ εἶναι δοκεῖ ;
958 στυγεῖ δὲ τοὺς τεκόντας , αὐτὸς οὐ θέλων
959 θανεῖν . τοιάνδε πρὸς κακοῖσι κληδόνα
960 ἕξω . τί μοι ζῆν δῆτα κέρδιον , φίλοι ,
961 κακῶς κλύοντι καὶ κακῶς πεπραγότι ; [ ... ]