Ἄδμητος
1037 οὔτοι σ’ ἀτίζων οὐδ’ ἐν αἰσχροῖσιν τιθεὶς
1038 ἔκρυψ’ ἐμῆς γυναικὸς ἀθλίου τύχας ·
1039 ἀλλ’ ἄλγος ἄλγει τοῦτ’ ἂν ἦν προσκείμενον ,
1040 εἴ του πρὸς ἄλλου δώμαθ’ ὡρμήθης ξένου ·
1041 ἅλις δὲ κλαίειν τοὐμὸν ἦν ἐμοὶ κακόν .
1042 γυναῖκα δ’ , εἴ πως ἔστιν , αἰτοῦμαί σ’ , ἄναξ ,
1043 ἄλλον τιν’ ὅστις μὴ πέπονθεν οἷ’ ἐγὼ
1044 σῴζειν ἄνωχθι Θεσσαλῶν · πολλοὶ δέ σοι
1045 ξένοι Φεραίων · μή μ’ ἀναμνήσῃς κακῶν .
1046 οὐκ ἂν δυναίμην τήνδ’ ὁρῶν ἐν δώμασιν
1047 ἄδακρυς εἶναι · μὴ νοσοῦντί μοι νόσον
1048 προσθῇς · ἅλις γὰρ συμφορᾷ βαρύνομαι .
1049 ποῦ καὶ τρέφοιτ’ ἂν δωμάτων νέα γυνή ;
1050 νέα γάρ , ὡς ἐσθῆτι καὶ κόσμῳ πρέπει .
1051 πότερα κατ’ ἀνδρῶν δῆτ’ ἐνοικήσει στέγην ;
1052 καὶ πῶς ἀκραιφνὴς ἐν νέοις στρωφωμένη
1053 ἔσται ; τὸν ἡβῶνθ’ , Ἡράκλεις , οὐ ῥᾴδιον
1054 εἴργειν · ἐγὼ δὲ σοῦ προμηθίαν ἔχω .
1055 τῆς θανούσης θάλαμον ἐσβήσας τρέφω ;
1056 καὶ πῶς ἐπεσφρῶ τήνδε τῷ κείνης λέχει ;
1057 διπλῆν φοβοῦμαι μέμψιν , ἔκ τε δημοτῶν ,
1058 μή τίς μ’ ἐλέγξῃ τὴν ἐμὴν εὐεργέτιν
1059 προδόντ’ ἐν ἄλλης δεμνίοις πίτνειν νέας ,
1060 καὶ τῆς θανούσης · ἀξία δέ μοι σέβειν ·
1061 πολλὴν πρόνοιαν δεῖ μ’ ἔχειν . σὺ δ’ , γύναι ,
1062 ἥτις ποτ’ εἶ σύ , ταὔτ’ ἔχουσ’ Ἀλκήστιδι
1063 μορφῆς μέτρ’ ἴσθι · καὶ προσήιξαι δέμας .
1064 οἴμοι . κόμιζε πρὸς θεῶν ἐξ ὀμμάτων
1065 γυναῖκα τήνδε , μή μ’ ἕλῃς ᾑρημένον .
1066 δοκῶ γὰρ αὐτὴν εἰσορῶν γυναῖχ’ ὁρᾶν
1067 ἐμήν · θολοῖ δὲ καρδίαν , ἐκ δ’ ὀμμάτων
1068 πηγαὶ κατερρώγασιν · τλήμων ἐγώ ,
1069 ὡς ἄρτι πένθους τοῦδε γεύομαι πικροῦ .