Χορός
1070 ἐγὼ μὲν οὐκ ἔχοιμ’ ἂν εὖ λέγειν τύχην ·
1071 χρὴ δ’ , ὅστις εἶ σύ , καρτερεῖν θεοῦ δόσιν .
Ἡρακλῆς
1072 εἰ γὰρ τοσαύτην δύναμιν εἶχον ὥστε σὴν
1073 ἐς φῶς πορεῦσαι νερτέρων ἐκ δωμάτων
1074 γυναῖκα καί σοι τήνδε πορσῦναι χάριν .
Ἄδμητος
1075 σάφ’ οἶδα βούλεσθαί σ’ ἄν . ἀλλὰ ποῦ τόδε ;
1076 οὐκ ἔστι τοὺς θανόντας ἐς φάος μολεῖν .
Ἡρακλῆς
1077 μή νυν ὑπέρβαλλ’ , ἀλλ’ ἐναισίμως φέρε .
Ἄδμητος
1078 ῥᾷον παραινεῖν παθόντα καρτερεῖν .
Ἡρακλῆς
1079 τί δ’ ἂν προκόπτοις , εἰ θέλοις ἀεὶ στένειν ;
Ἄδμητος
1080 ἔγνωκα καὐτός , ἀλλ’ ἔρως τις ἐξάγει .
Ἡρακλῆς
1081 τὸ γὰρ φιλῆσαι τὸν θανόντ’ ἄγει δάκρυ .
Ἄδμητος
1082 ἀπώλεσέν με , κἄτι μᾶλλον λέγω .
Ἡρακλῆς
1083 γυναικὸς ἐσθλῆς ἤμπλακες · τίς ἀντερεῖ ;
Ἄδμητος
1084 ὥστ’ ἄνδρα τόνδε μηκέθ’ ἥδεσθαι βίῳ .
Ἡρακλῆς
1085 χρόνος μαλάξει , νῦν δ’ ἔθ’ ἡβάσκει κακόν .
Ἄδμητος
1086 χρόνον λέγοις ἄν , εἰ χρόνος τὸ κατθανεῖν .
Ἡρακλῆς
1087 γυνή σε παύσει καὶ νέου γάμου πόθοι .
Ἄδμητος
1088 σίγησον · οἷον εἶπας . οὐκ ἂν ᾠόμην .
Ἡρακλῆς
1089 τί δ’ ; οὐ γαμεῖς γάρ , ἀλλὰ χηρεύσῃ λέχος ;
Ἄδμητος
1090 οὐκ ἔστιν ἥτις τῷδε συγκλιθήσεται .