Ἀνδρομάχη
384 οἴμοι , πικρὰν κλήρωσιν αἵρεσίν τέ μοι
385 βίου καθίστης · καὶ λαχοῦσά γ’ ἀθλία
386 καὶ μὴ λαχοῦσα δυστυχὴς καθίσταμαι .
387 μεγάλα πράσσων αἰτίας μικρᾶς πέρι ,
388 πιθοῦ · τί καίνεις μ’ ; ἀντὶ τοῦ ; ποίαν πόλιν
389 προύδωκα ; τίνα σῶν ἔκτανον παίδων ἐγώ ;
390 ποῖον δ’ ἔπρησα δῶμ’ ; ἐκοιμήθην βίᾳ
391 σὺν δεσπόταισι · κᾆτ’ ἔμ’ , οὐ κεῖνον κτενεῖς ,
392 τὸν αἴτιον τῶνδ’ , ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν ἀφεὶς
393 πρὸς τὴν τελευτὴν ὑστέραν οὖσαν φέρῃ ;
394 οἴμοι κακῶν τῶνδ’ , τάλαιν’ ἐμὴ πατρίς ,
395 ὡς δεινὰ πάσχω . τί δέ με καὶ τεκεῖν ἐχρῆν
396 ἄχθος τ’ ἐπ’ ἄχθει τῷδε προσθέσθαι διπλοῦν ;
397 [ ἀτὰρ τί ταῦτα δύρομαι , τὰ δ’ ἐν ποσὶν ]
398 [ οὐκ ἐξικμάζω καὶ λογίζομαι κακά ; ]
399 ἥτις σφαγὰς μὲν Ἕκτορος τροχηλάτους
400 κατεῖδον οἰκτρῶς τ’ Ἴλιον πυρούμενον ,
401 αὐτὴ δὲ δούλη ναῦς ἐπ’ Ἀργείων ἔβην
402 κόμης ἐπισπασθεῖσ’ · ἐπεὶ δ’ ἀφικόμην
403 Φθίαν , φονεῦσιν Ἕκτορος νυμφεύομαι .
404 τί δῆτ’ ἐμοὶ ζῆν ἡδύ ; πρὸς τί χρὴ βλέπειν ;
405 πρὸς τὰς παρούσας παρελθούσας τύχας ;
406 εἷς παῖς ὅδ’ ἦν μοι λοιπὸς ὀφθαλμὸς βίου ·
407 τοῦτον κτενεῖν μέλλουσιν οἷς δοκεῖ τάδε .
408 οὐ δῆτα τοὐμοῦ γ’ εἵνεκ’ ἀθλίου βίου ·
409 ἐν τῷδε μὲν γὰρ ἐλπίς , εἰ σωθήσεται ,
410 ἐμοὶ δ’ ὄνειδος μὴ θανεῖν ὑπὲρ τέκνου .
411 ἰδοὺ προλείπω βωμὸν ἥδε χειρία
412 σφάζειν φονεύειν , δεῖν , ἀπαρτῆσαι δέρην .
413 τέκνον , τεκοῦσά σ’ , ὡς σὺ μὴ θάνῃς ,
414 στείχω πρὸς Ἅιδην · ἢν δ’ ὑπεκδράμῃς μόρον ,
415 μέμνησο μητρός , οἷα τλᾶσ’ ἀπωλόμην ,
416 καὶ πατρὶ τῷ σῷ διὰ φιλημάτων ἰὼν
417 δάκρυά τε λείβων καὶ περιπτύσσων χέρας
418 λέγ’ οἷ’ ἔπραξα . πᾶσι δ’ ἀνθρώποις ἄρ’ ἦν
419 ψυχὴ τέκν’ · ὅστις δ’ αὔτ’ ἄπειρος ὢν ψέγει ,
420 ἧσσον μὲν ἀλγεῖ , δυστυχῶν δ’ εὐδαιμονεῖ .