Πηλεύς
581 πῶς ; τὸν ἀμὸν οἶκον οἰκήσεις μολὼν
582 δεῦρ’ ; οὐχ ἅλις σοι τῶν κατὰ Σπάρτην κρατεῖν ;
Μενέλαος
583 εἷλόν νιν αἰχμάλωτον ἐκ Τροίας ἐγώ .
Πηλεύς
584 οὑμὸς δέ γ’ αὐτὴν ἔλαβε παῖς παιδὸς γέρας .
Μενέλαος
585 οὔκουν ἐκείνου τἀμὰ τἀκείνου τ’ ἐμά ;
Πηλεύς
586 [ ναί , ]
δρᾶν εὖ , κακῶς δ’ οὔ , μηδ’ ἀποκτείνειν βίᾳ .
Μενέλαος
587 ὡς τήνδ’ ἀπάξεις οὔποτ’ ἐξ ἐμῆς χερός .
Πηλεύς
588 σκήπτρῳ δὲ τῷδε σὸν καθαιμάξω κάρα ;
Μενέλαος
589 ψαῦσόν γ’ , ἵν’ εἰδῇς , καὶ πέλας πρόσελθέ μου .