Ἀνδρομάχη
559 οἵδ’ , γεραιέ , σὺν τέκνῳ θανουμένην
560 ἄγουσί μ’ οὕτως ὡς ὁρᾷς . τί σοι λέγω ;
561 οὐ γὰρ μιᾶς σε κληδόνος προθυμίᾳ
562 μετῆλθον , ἀλλὰ μυρίων ὑπ’ ἀγγέλων .
563 ἔριν δὲ τὴν κατ’ οἶκον οἶσθά που κλύων
564 τῆς τοῦδε θυγατρός , ὧν τ’ ἀπόλλυμαι χάριν .
565 καὶ νῦν με βωμοῦ Θέτιδος , τὸν εὐγενῆ
566 ἔτικτέ σοι παῖδ’ , ἣν σὺ θαυμαστὴν σέβεις ,
567 ἄγουσ’ ἀποσπάσαντες , οὔτε τῳ δίκῃ
568 κρίναντες οὔτε τοὺς ἀπόντας ἐκ δόμων
569 μείναντες , ἀλλὰ τὴν ἐμὴν ἐρημίαν
570 γνόντες τέκνου τε τοῦδ’ , ὃν οὐδὲν αἴτιον
571 μέλλουσι σὺν ἐμοὶ τῇ ταλαιπώρῳ κτενεῖν .
572 ἀλλ’ ἀντιάζω σ’ , γέρον , τῶν σῶν πάρος
573 πίτνουσα γονάτων χειρὶ δ’ οὐκ ἔξεστί μοι
574 τῆς σῆς λαβέσθαι φιλτάτης γενειάδος
575 ῥῦσαί με πρὸς θεῶν · εἰ δὲ μή , θανούμεθα
576 αἰσχρῶς μὲν ὑμῖν , δυστυχῶς δ’ ἐμοί , γέρον .
Πηλεύς
577 χαλᾶν κελεύω δεσμὰ πρὶν κλαίειν τινά ,
578 καὶ τῆσδε χεῖρας διπτύχους ἀνιέναι .
Μενέλαος
579 ἐγὼ δ’ ἀπαυδῶ γ’ ἄλλος οὐχ ἥσσων σέθεν
580 καὶ τῆσδε πολλῷ κυριώτερος γεγώς .