Πηλεύς
693 οἴμοι , καθ’ Ἑλλάδ’ ὡς κακῶς νομίζεται ·
694 ὅταν τροπαῖα πολεμίων στήσῃ στρατός ,
695 οὐ τῶν πονούντων τοὔργον ἡγοῦνται τόδε ,
696 ἀλλ’ στρατηγὸς τὴν δόκησιν ἄρνυται ,
697 ὃς εἷς μετ’ ἄλλων μυρίων πάλλων δόρυ ,
698 οὐδὲν πλέον δρῶν ἑνὸς ἔχει πλείω λόγον .
699 σεμνοὶ δ’ ἐν ἀρχαῖς ἥμενοι κατὰ πτόλιν
700 φρονοῦσι δήμου μεῖζον , ὄντες οὐδένες ·
701 οἱ δ’ εἰσὶν αὐτῶν μυρίῳ σοφώτεροι ,
702 εἰ τόλμα προσγένοιτο βούλησίς θ’ ἅμα .
703 ὡς καὶ σὺ σός τ’ ἀδελφὸς ἐξωγκωμένοι
704 Τροίᾳ κάθησθε τῇ τ’ ἐκεῖ στρατηγίᾳ ,
705 μόχθοισιν ἄλλων καὶ πόνοις ἐπηρμένοι .
706 δείξω δ’ ἐγώ σοι μὴ τὸν Ἰδαῖον Πάριν
707 ἥσσω νομίζειν Πηλέως ἐχθρόν ποτε ,
708 εἰ μὴ φθερῇ τῆσδ’ ὡς τάχιστ’ ἀπὸ στέγης
709 καὶ παῖς ἄτεκνος , ἣν γ’ ἐξ ἡμῶν γεγὼς
710 ἐλᾷ δι’ οἴκων τῶνδ’ ἐπισπάσας κόμης ·
711 στερρὸς οὖσα μόσχος οὐκ ἀνέξεται
712 τίκτοντας ἄλλους , οὐκ ἔχουσ’ αὐτὴ τέκνα .
713 ἀλλ’ , εἰ τὸ κείνης δυστυχεῖ παίδων πέρι ,
714 ἄπαιδας ἡμᾶς δεῖ καταστῆναι τέκνων ;
715 φθείρεσθε τῆσδε , δμῶες , ὡς ἂν ἐκμάθω
716 εἴ τίς με λύειν τῆσδε κωλύσει χέρας .
717 ἔπαιρε σαυτήν · ὡς ἐγὼ καίπερ τρέμων
718 πλεκτὰς ἱμάντων στροφίδας ἐξανήσομαι .
719 ὧδ’ , κάκιστε , τῆσδ’ ἐλυμήνω χέρας ;
720 βοῦν λέοντ’ ἤλπιζες ἐντείνειν βρόχοις ;
721 μὴ ξίφος λαβοῦσ’ ἀμυνάθοιτό σε
722 ἔδεισας ; ἕρπε δεῦρ’ ὑπ’ ἀγκάλας , βρέφος ,
723 ξύλλυε μητρὸς δεσμόν · ἐν Φθίᾳ σ’ ἐγὼ
724 θρέψω μέγαν τοῖσδ’ ἐχθρόν . εἰ δ’ ἀπῆν δορὸς
725 τοῖς Σπαρτιάταις δόξα καὶ μάχης ἀγών ,
726 τἄλλ’ ὄντες ἴστε μηδενὸς βελτίονες .