Ἑρμιόνη
854 ἔλιπες ἔλιπες , πάτερ , ἐπακτίαν
855 [ ὡσεὶ ] μονάδ’ ἔρημον οὖσαν ἐνάλου κώπας .
856 ὀλεῖ ὀλεῖ με · τᾷδ’ οὐκέτ’ ἐνοικήσω
858 νυμφιδίῳ στέγᾳ .
859 τίνος ἀγαλμάτων ἱκέτις ὁρμαθῶ ;
860 δούλα δούλας γόνασι προσπέσω ;
861 Φθιάδος ἐκ γᾶς
862 κυανόπτερος ὄρνις εἴθ’ εἴην ,
863 πευκᾶεν
864 σκάφος , διὰ Κυανέας ἐπέρασεν ἀκτὰς
865 πρωτόπλοος πλάτα .
Τροφός
866 παῖ , τὸ λίαν οὔτ’ ἐκεῖν’ ἐπῄνεσα ,
867 ὅτ’ εἰς γυναῖκα Τρῳάδ’ ἐξημάρτανες ,
868 οὔτ’ αὖ τὸ νῦν σου δεῖμ’ δειμαίνεις ἄγαν .
869 οὐχ ὧδε κῆδος σὸν διώσεται πόσις
870 φαύλοις γυναικὸς βαρβάρου πεισθεὶς λόγοις .
871 οὐ γάρ τί σ’ αἰχμάλωτον ἐκ Τροίας ἔχει ,
872 ἀλλ’ ἀνδρὸς ἐσθλοῦ παῖδα σὺν πολλοῖς λαβὼν
873 ἕδνοισι , πόλεώς τ’ οὐ μέσως εὐδαίμονος .
874 πατὴρ δέ σ’ οὐχ ὧδ’ ὡς σὺ δειμαίνεις , τέκνον ,
875 προδοὺς ἐάσει δωμάτων τῶνδ’ ἐκπεσεῖν .
876 ἀλλ’ εἴσιθ’ εἴσω μηδὲ φαντάζου δόμων
877 πάροιθε τῶνδε , μή τιν’ αἰσχύνην λάβῃς ,
878 πρόσθεν μελάθρων τῶνδ’ ὁρωμένη , τέκνον .
Χορός
879 καὶ μὴν ὅδ’ ἀλλόχρως τις ἔκδημος ξένος
880 σπουδῇ πρὸς ἡμᾶς βημάτων πορεύεται .