Ὀρέστης
881 ξέναι γυναῖκες , τάδ’ ἔστ’ Ἀχιλλέως
882 παιδὸς μέλαθρα καὶ τυραννικαὶ στέγαι ;
Χορός
883 ἔγνως · ἀτὰρ δὴ τίς { σὺ } πυνθάνῃ τάδε ;
Ὀρέστης
884 Ἀγαμέμνονός τε καὶ Κλυταιμήστρας τόκος ,
885 ὄνομα δ’ Ὀρέστης · ἔρχομαι δὲ πρὸς Διὸς
886 μαντεῖα Δωδωναῖ’ . ἐπεὶ δ’ ἀφικόμην
887 Φθίαν , δοκεῖ μοι ξυγγενοῦς μαθεῖν πέρι
888 γυναικός , εἰ ζῇ κεὐτυχοῦσα τυγχάνει
889 Σπαρτιᾶτις Ἑρμιόνη · τηλουρὰ γὰρ
890 ναίουσ’ ἀφ’ ἡμῶν πεδί’ ὅμως ἐστὶν φίλη .
Ἑρμιόνη
891 ναυτίλοισι χείματος λιμὴν φανεὶς
892 Ἀγαμέμνονος παῖ , πρός σε τῶνδε γουνάτων ,
893 οἴκτιρον ἡμᾶς ὧν ἐπισκοπεῖς τύχας ,
894 πράσσοντας οὐκ εὖ . στεμμάτων δ’ οὐχ ἥσσονας
895 σοῖς προστίθημι γόνασιν ὠλένας ἐμάς .
Ὀρέστης
896 ἔα ·
τί χρῆμα ; μῶν ἐσφάλμεθ’ σαφῶς ὁρῶ
897 δόμων ἄνασσαν τήνδε Μενέλεω κόρην ;
Ἑρμιόνη
898 ἥνπερ μόνην γε Τυνδαρὶς τίκτει γυνὴ
899 Ἑλένη κατ’ οἴκους πατρί · μηδὲν ἀγνόει .
Ὀρέστης
900 Φοῖβ’ ἀκέστορ , πημάτων δοίης λύσιν .
901 τί χρῆμα ; πρὸς θεῶν βροτῶν πάσχεις κακά ;
Ἑρμιόνη
902 τὰ μὲν πρὸς ἡμῶν , τὰ δὲ πρὸς ἀνδρὸς ὅς μ’ ἔχει ,
903 τὰ δ’ ἐκ θεῶν του · πανταχῇ δ’ ὀλώλαμεν .