Ὀρέστης
904 τίς οὖν ἂν εἴη μὴ πεφυκότων γέ πω
905 παίδων γυναικὶ συμφορὰ πλὴν εἰς λέχος ;
Ἑρμιόνη
906 τοῦτ’ αὐτὸ καὶ νοσοῦμεν · εὖ μ’ ὑπηγάγου .
Ὀρέστης
907 ἄλλην τιν’ εὐνὴν ἀντὶ σοῦ στέργει πόσις ;
Ἑρμιόνη
908 τὴν αἰχμάλωτον Ἕκτορος ξυνευνέτιν .
Ὀρέστης
909 κακόν γ’ ἔλεξας , ἄνδρα δίσσ’ ἔχειν λέχη .
Ἑρμιόνη
910 τοιαῦτα ταῦτα . κᾆτ’ ἔγωγ’ ἠμυνάμην .
Ὀρέστης
911 μῶν εἰς γυναῖκ’ ἔρραψας οἷα δὴ γυνή ;
Ἑρμιόνη
912 φόνον γ’ ἐκείνῃ καὶ τέκνῳ νοθαγενεῖ .
Ὀρέστης
913 κἄκτεινας , τις συμφορά σ’ ἀφείλετο ;
Ἑρμιόνη
914 γέρων γε Πηλεύς , τοὺς κακίονας σέβων .
Ὀρέστης
915 σοὶ δ’ ἦν τις ὅστις τοῦδ’ ἐκοινώνει φόνου ;
Ἑρμιόνη
916 πατήρ γ’ ἐπ’ αὐτὸ τοῦτ’ ἀπὸ Σπάρτης μολών .
Ὀρέστης
917 κἄπειτα τοῦ γέροντος ἡσσήθη χερί ;
Ἑρμιόνη
918 αἰδοῖ γε · καί μ’ ἔρημον οἴχεται λιπών .
Ὀρέστης
919 συνῆκα · ταρβεῖς τοῖς δεδραμένοις πόσιν .