Μενέλαος
473 Πέλοπα κατόμνυμ’ , ὃς πατὴρ τοὐμοῦ πατρὸς
474 τοῦ σοῦ τ’ ἐκλήθη , τὸν τεκόντα τ’ Ἀτρέα ,
475 μὴν ἐρεῖν σοι τἀπὸ καρδίας σαφῶς
476 καὶ μὴ ’πίτηδες μηδέν , ἀλλ’ ὅσον φρονῶ .
477 ἐγώ σ’ ἀπ’ ὄσσων ἐκβαλόντ’ ἰδὼν δάκρυ
478 ᾤκτιρα , καὐτὸς ἀνταφῆκά σοι πάλιν
479 καὶ τῶν παλαιῶν ἐξαφίσταμαι λόγων ,
480 οὐκ ἐς σὲ δεινός · εἰμὶ δ’ οὗπερ εἶ σὺ νῦν ·
481 καί σοι παραινῶ μήτ’ ἀποκτείνειν τέκνον
482 μήτ’ ἀνθελέσθαι τοὐμόν . οὐ γὰρ ἔνδικον
483 σὲ μὲν στενάζειν , τἀμὰ δ’ ἡδέως ἔχειν ,
484 θνῄσκειν τε τοὺς σούς , τοὺς δ’ ἐμοὺς ὁρᾶν φάος .
485 τί βούλομαι γάρ ; οὐ γάμους ἐξαιρέτους
486 ἄλλους λάβοιμ’ ἄν , εἰ γάμων ἱμείρομαι ;
487 ἀλλ’ ἀπολέσας ἀδελφόν , ὅν μ’ ἥκιστα χρῆν ,
488 Ἑλένην ἕλωμαι , τὸ κακὸν ἀντὶ τἀγαθοῦ ;
489 ἄφρων νέος τ’ , πρὶν τὰ πράγματ’ ἐγγύθεν
490 σκοπῶν ἐσεῖδον οἷον ἦν κτείνειν τέκνα .
491 ἄλλως τέ μ’ ἔλεος τῆς ταλαιπώρου κόρης
492 ἐσῆλθε , συγγένειαν ἐννοουμένῳ ,
493 τῶν ἐμῶν ἕκατι θύεσθαι γάμων
494 μέλλει . τί δ’ Ἑλένης παρθένῳ τῇ σῇ μέτα ;
495 ἴτω στρατεία διαλυθεῖσ’ ἐξ Αὐλίδος ,
496 σὺ δ’ ὄμμα παῦσαι δακρύοις τέγγων τὸ σόν ,
497 ἀδελφέ , κἀμὲ παρακαλῶν ἐς δάκρυα .
498 εἰ δέ τι κόρης σῆς θεσφάτων μέτεστι σοί ,
499 μὴ ’μοὶ μετέστω · σοὶ νέμω τοὐμὸν μέρος .
500 ἀλλ’ ἐς μεταβολὰς ἦλθον ἀπὸ δεινῶν λόγων ;
501 εἰκὸς πέπονθα · τὸν ὁμόθεν πεφυκότα
502 στέργων μετέπεσον . ἀνδρὸς οὐ κακοῦ τροπαὶ
503 τοιαίδε , χρῆσθαι τοῖσι βελτίστοις ἀεί .