Χορός
504 γενναῖ’ ἔλεξας Ταντάλῳ τε τῷ Διὸς
505 πρέποντα · προγόνους οὐ καταισχύνεις σέθεν .
Ἀγαμέμνων
506 αἰνῶ σε , Μενέλα’ , ὅτι παρὰ γνώμην ἐμὴν
507 ὑπέθηκας ὀρθῶς τοὺς λόγους σοῦ τ’ ἀξίως .
508 ταραχὴ δ’ ἀδελφῶν διά τ’ ἔρωτα γίγνεται
509 πλεονεξίαν τε δωμάτων · ἀπέπτυσα
510 τοιάνδε συγγένειαν ἀλλήλοιν πικράν .
511 ἀλλ’ ἥκομεν γὰρ εἰς ἀναγκαίας τύχας ,
512 θυγατρὸς αἱματηρὸν ἐκπρᾶξαι φόνον .
Μενέλαος
513 πῶς ; τίς δ’ ἀναγκάσει σε τήν γε σὴν κτανεῖν ;
Ἀγαμέμνων
514 ἅπας Ἀχαιῶν σύλλογος στρατεύματος .
Μενέλαος
515 οὔκ , ἤν νιν εἰς Ἄργος γ’ ἀποστείλῃς πάλιν .
Ἀγαμέμνων
516 λάθοιμι τοῦτ’ ἄν . ἀλλ’ ἐκεῖν’ οὐ λήσομεν .
Μενέλαος
517 τὸ ποῖον ; οὔτοι χρὴ λίαν ταρβεῖν ὄχλον .
Ἀγαμέμνων
518 Κάλχας ἐρεῖ μαντεύματ’ Ἀργείων στρατῷ .
Μενέλαος
519 οὔκ , ἢν θάνῃ γε πρόσθε · τοῦτο δ’ εὐμαρές .
Ἀγαμέμνων
520 τὸ μαντικὸν πᾶν σπέρμα φιλότιμον κακόν .
Μενέλαος
521 { κοὐδέν γ’ ἄχρηστον , οὐδὲ χρήσιμον παρόν . }
Ἀγαμέμνων
522 ἐκεῖνο δ’ οὐ δέδοικας ἔμ’ ἐσέρχεται ;
Μενέλαος
523 ὃν μὴ σὺ φράζεις , πῶς ὑπολάβοιμ’ ἂν λόγον ;
Ἀγαμέμνων
524 τὸ Σισύφειον σπέρμα πάντ’ οἶδεν τάδε .
Μενέλαος
525 οὐκ ἔστ’ Ὀδυσσεὺς τι σὲ κἀμὲ πημανεῖ .