Ἀγαμέμνων
526 ποικίλος ἀεὶ πέφυκε τοῦ τ’ ὄχλου μέτα .
Μενέλαος
527 φιλοτιμίᾳ μὲν ἐνέχεται , δεινῷ κακῷ .
Ἀγαμέμνων
528 οὐκ οὖν δοκεῖς νιν στάντ’ ἐν Ἀργείοις μέσοις
529 λέξειν Κάλχας θέσφατ’ ἐξηγήσατο ,
530 κἄμ’ ὡς ὑπέστην θῦμα , κᾆτ’ ἐψευδόμην ,
531 Ἀρτέμιδι θύσειν ; οὐ ξυναρπάσας στρατόν ,
532 σὲ κἄμ’ ἀποκτείναντας Ἀργείους κόρην
533 σφάξαι κελεύσει ; κἂν πρὸς Ἄργος ἐκφύγω ,
534 ἐλθόντες αὐτοῖς τείχεσιν Κυκλωπίοις
535 συναρπάσουσι καὶ κατασκάψουσι γῆν .
536 τοιαῦτα τἀμὰ πήματ’ · τάλας ἐγώ ,
537 ὡς ἠπόρημαι πρὸς θεῶν τὰ νῦν τάδε .
538 ἕν μοι φύλαξον , Μενέλεως , ἀνὰ στρατὸν
539 ἐλθών , ὅπως ἂν μὴ Κλυταιμήστρα τάδε
540 μάθῃ , πρὶν Ἅιδῃ παῖδ’ ἐμὴν προσθῶ λαβών ,
541 ὡς ἐπ’ ἐλαχίστοις δακρύοις πράσσω κακῶς .
542 ὑμεῖς τε σιγήν , ξέναι , φυλάσσετε .