Ἰφιγένεια
650 κἄπειτα λείβεις δάκρυ’ ἀπ’ ὀμμάτων σέθεν ;
Ἀγαμέμνων
651 μακρὰ γὰρ ἡμῖν ’πιοῦσ’ ἀπουσία .
Ἰφιγένεια
652 { οὐκ οἶδ’ τι φῄς , οὐκ οἶδα , φίλτατ’ ἐμοὶ πάτερ . }
Ἀγαμέμνων
653 συνετὰ λέγουσα μᾶλλον εἰς οἶκτόν μ’ ἄγεις .
Ἰφιγένεια
654 ἀσύνετά νυν ἐροῦμεν , εἰ σέ γ’ εὐφρανῶ .
Ἀγαμέμνων
655 παπαῖ . τὸ σιγᾶν οὐ σθένω · σὲ δ’ ᾔνεσα .
Ἰφιγένεια
656 μέν’ , πάτερ , κατ’ οἶκον ἐπὶ τέκνοις σέθεν .
Ἀγαμέμνων
657 θέλω γε · τὸ θέλειν δ’ οὐκ ἔχων ἀλγύνομαι .
Ἰφιγένεια
658 ὄλοιντο λόγχαι καὶ τὰ Μενέλεω κακά .
Ἀγαμέμνων
659 ἄλλους ὀλεῖ πρόσθ’ ἐμὲ διολέσαντ’ ἔχει .
Ἰφιγένεια
660 ὡς πολὺν ἀπῆσθα χρόνον ἐν Αὐλίδος μυχοῖς .
Ἀγαμέμνων
661 καὶ νῦν γέ μ’ ἴσχει δή τι μὴ στέλλειν στρατόν .
Ἰφιγένεια
662 ποῦ τοὺς Φρύγας λέγουσιν ᾠκίσθαι , πάτερ ;
Ἀγαμέμνων
663 οὗ μήποτ’ οἰκεῖν ὤφελ’ Πριάμου Πάρις .
Ἰφιγένεια
664 μακρὰν ἀπαίρεις , πάτερ , λιπὼν ἐμέ .
Ἀγαμέμνων
665 { εἰς ταὐτόν , θύγατερ , ἥκεις σῷ πατρί . }
Ἰφιγένεια
666 φεῦ ·
εἴθ’ ἦν καλόν μοι σοί τ’ ἄγειν σύμπλουν ἐμέ .
Ἀγαμέμνων
667 ἔτ’ ἔστι καὶ σοὶ πλοῦς , ἵν’ ἀμμνήσῃ πατρός .
Ἰφιγένεια
668 σὺν μητρὶ πλεύσασ’ μόνη πορεύσομαι ;