Ἀγαμέμνων
669 μόνη , μονωθεῖσ’ ἀπὸ πατρὸς καὶ μητέρος .
Ἰφιγένεια
670 οὔ πού μ’ ἐς ἄλλα δώματ’ οἰκίζεις , πάτερ ;
Ἀγαμέμνων
671 ἐατέ’ · οὐ χρὴ τοιάδ’ εἰδέναι κόρας .
Ἰφιγένεια
672 σπεῦδ’ ἐκ Φρυγῶν μοι , θέμενος εὖ τἀκεῖ , πάτερ .
Ἀγαμέμνων
673 θῦσαί με θυσίαν πρῶτα δεῖ τιν’ ἐνθάδε .
Ἰφιγένεια
674 ἀλλὰ ξὺν ἱεροῖς χρὴ τό γ’ εὐσεβὲς σκοπεῖν .
Ἀγαμέμνων
675 εἴσῃ σύ · χερνίβων γὰρ ἑστήξῃ πέλας .
Ἰφιγένεια
676 στήσομεν ἄρ’ ἀμφὶ βωμόν , πάτερ , χορούς ;
Ἀγαμέμνων
677 ζηλῶ σὲ μᾶλλον ’μὲ τοῦ μηδὲν φρονεῖν .
678 χώρει δὲ μελάθρων ἐντός ὀφθῆναι κόραις
679 πικρόν φίλημα δοῦσα δεξιάν τέ μοι ,
680 μέλλουσα δαρὸν πατρὸς ἀποικήσειν χρόνον .
681 στέρνα καὶ παρῇδες , ξανθαὶ κόμαι ,
682 ὡς ἄχθος ὑμῖν ἐγένεθ’ Φρυγῶν πόλις
683 Ἑλένη τε . παύω τοὺς λόγους · ταχεῖα γὰρ
684 νοτὶς διώκει μ’ ὀμμάτων ψαύσαντά σου .
685 ἴθ’ ἐς μέλαθρα . σὲ δὲ παραιτοῦμαι τάδε ,
686 Λήδας γένεθλον , εἰ κατῳκτίσθην ἄγαν ,
687 μέλλων Ἀχιλλεῖ θυγατέρ’ ἐκδώσειν ἐμήν .
688 ἀποστολαὶ γὰρ μακάριαι μέν , ἀλλ’ ὅμως
689 δάκνουσι τοὺς τεκόντας , ὅταν ἄλλοις δόμοις
690 παῖδας παραδιδῷ πολλὰ μοχθήσας πατήρ .