Κλυταιμήστρα
1098 ἐξῆλθον οἴκων προσκοπουμένη πόσιν ,
1099 χρόνιον ἀπόντα κἀκλελοιπότα στέγας .
1100 ἐν δακρύοισι δ’ τάλαινα παῖς ἐμή ,
1101 πολλὰς ἱεῖσα μεταβολὰς ὀδυρμάτων ,
1102 θάνατον ἀκούσασ’ , ὃν πατὴρ βουλεύεται .
1103 μνήμην δ’ ἄρ’ εἶχον πλησίον βεβηκότος
1104 Ἀγαμέμνονος τοῦδ’ , ὃς ἐπὶ τοῖς αὑτοῦ τέκνοις
1105 ἀνόσια πράσσων αὐτίχ’ εὑρεθήσεται .
Ἀγαμέμνων
1106 Λήδας γένεθλον , ἐν καλῷ σ’ ἔξω δόμων
1107 ηὕρηχ’ , ἵν’ εἴπω παρθένου χωρὶς λόγους
1108 οὓς οὐκ ἀκούειν τὰς γαμουμένας πρέπει .
Κλυταιμήστρα
1109 τί δ’ ἔστιν , οὗ σοι καιρὸς ἀντιλάζυται ;
Ἀγαμέμνων
1110 ἔκπεμπε παῖδα δωμάτων πατρὸς μέτα ·
1111 ὡς χέρνιβες πάρεισιν εὐτρεπισμέναι ,
1112 προχύται τε βάλλειν πῦρ καθάρσιον χεροῖν ,
1113 μόσχοι τε , πρὸ γάμων ἃς θεᾷ πεσεῖν χρεών .
1114 [ Ἀρτέμιδι , μέλανος αἵματος φυσήματα . ]
Κλυταιμήστρα
1115 τοῖς ὀνόμασιν μὲν εὖ λέγεις , τὰ δ’ ἔργα σου
1116 οὐκ οἶδ’ ὅπως χρή μ’ ὀνομάσασαν εὖ λέγειν .
1117 χώρει δέ , θύγατερ , ἐκτός οἶσθα γὰρ πατρὸς
1118 πάντως μέλλει χὑπὸ τοῖς πέπλοις ἄγε
1119 λαβοῦσ’ Ὀρέστην , σὸν κασίγνητον , τέκνον .
1120 ἰδοὺ πάρεστιν ἥδε πειθαρχοῦσά σοι .
1121 τὰ δ’ ἄλλ’ ἐγὼ πρὸ τῆσδε κἀμαυτῆς φράσω .