Διόνυσος
494 ἱερὸς πλόκαμος · τῷ θεῷ δ’ αὐτὸν τρέφω .
Πενθεύς
495 ἔπειτα θύρσον τόνδε παράδος ἐκ χεροῖν .
Διόνυσος
496 αὐτός μ’ ἀφαιροῦ · τόνδε Διονύσου φορῶ .
Πενθεύς
497 εἱρκταῖσί τ’ ἔνδον σῶμα σὸν φυλάξομεν .
Διόνυσος
498 λύσει μ’ δαίμων αὐτός , ὅταν ἐγὼ θέλω .
Πενθεύς
499 ὅταν γε καλέσῃς αὐτὸν ἐν βάκχαις σταθείς .
Διόνυσος
500 καὶ νῦν πάσχω πλησίον παρὼν ὁρᾷ .
Πενθεύς
501 καὶ ποῦ ’στιν ; οὐ γὰρ φανερὸς ὄμμασίν γ’ ἐμοῖς .
Διόνυσος
502 παρ’ ἐμοί · σὺ δ’ ἀσεβὴς αὐτὸς ὢν οὐκ εἰσορᾷς .
Πενθεύς
503 λάζυσθε · καταφρονεῖ με καὶ Θήβας ὅδε .
Διόνυσος
504 αὐδῶ με μὴ δεῖν σωφρονῶν οὐ σώφροσιν .
Πενθεύς
505 ἐγὼ δὲ δεῖν γε , κυριώτερος σέθεν .
Διόνυσος
506 οὐκ οἶσθ’ τι ζῇς , οὐδ’ δρᾷς , οὐδ’ ὅστις εἶ .
Πενθεύς
507 Πενθεύς , Ἀγαύης παῖς , πατρὸς δ’ Ἐχίονος .
Διόνυσος
508 ἐνδυστυχῆσαι τοὔνομ’ ἐπιτήδειος εἶ .
Πενθεύς
509 χώρει · καθείρξατ’ αὐτὸν ἱππικαῖς πέλας
510 φάτναισιν , ὡς ἂν σκότιον εἰσορᾷ κνέφας .
511 ἐκεῖ χόρευε · τάσδε δ’ ἃς ἄγων πάρει
512 κακῶν συνεργοὺς διεμπολήσομεν
513 χεῖρα δούπου τοῦδε καὶ βύρσης κτύπου
514 παύσας , ἐφ’ ἱστοῖς δμωίδας κεκτήσομαι .